Διεφθαρμένη πόλη
1 Ο Κύριος λέει: «Βαδίστε μέσ’ από τους δρόμους της Ιερουσαλήμ· καλά κοιτάξτε και ψάξτε στις πλατείες της! Αν βρείτε έστω κι έναν άνθρωπο να κάνει το σωστό και ν’ αναζητάει την αλήθεια, τότε εγώ θα συγχωρήσω την αμαρτία της πόλης. 2 Κι όμως, ακόμη και όταν ορκίζονται στο όνομά μου, σίγουρα ψέματα ορκίζονται».
3 Κύριε, δεν είναι η εντιμότητα το μόνο που σ’ ενδιαφέρει; Τους χτύπησες αλλά αυτοί δεν νοιάστηκαν· τους σύντριψες αλλά δε διορθώθηκαν· αντίθετα, αποδείχτηκαν πιο πεισματάρηδες κι αρνήθηκαν να επιστρέψουνε σ’ εσένα. 4 Τότε εγώ σκέφτηκα: Αυτοί είναι φτωχοί κι αγράμματοι, οπότε δεν ξέρουν το δρόμο του Κυρίου, τις εντολές του Θεού. 5 Θα πάω, λοιπόν, στους ισχυρούς να τους μιλήσω. Αυτοί ασφαλώς θα ξέρουν το δρόμο του Κυρίου και τις εντολές του Θεού τους. Αλλά κι αυτοί, ακόμη περισσότερο αρνήθηκαν να υπακούσουν στον Κύριο· έφυγαν μακριά του, λες κι ήτανε βαριά δεσμά οι εντολές του.
6 «Γι’ αυτό του δάσους θα τους φάνε τα λιοντάρια», λέει ο Κύριος, «λύκοι από την έρημο θα τους κατασπαράξουν· παρδάλεις θα παραμονεύουνε στις πόλεις τους. Όποιον βγαίνει έξω απ’ αυτές θα τον ξεσκίζουν, γιατί πληθύναν οι ανομίες τους κι οι αποστασίες τους αυξήθηκαν».Τα άγρια θηρία που αναφέρονται στο στίχο είναι παρομοιώσεις του εχθρού.
Η συγχώρηση είναι αδύνατη πια
7 Λέει ο Κύριος: «Πώς να σας συγχωρήσω για όλα αυτά; Τα παιδιά σας μ’ εγκατέλειψαν και σε θεούς ορκίστηκαν που δεν ήταν θεοί. Εγώ τους χόρτασα, εκείνοι όμως μοίχευαν και τρέχανε στα σπίτια των πορνών. 8 Είναι σαν τα καλοθρεμμένα, τα βαρβάτα άλογα, που το ένα για το ταίρι του άλλου χρεμετίζει. 9 Δεν πρέπει να τους τιμωρήσω για όλα αυτά; Να μην εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος; 10 Ανεβείτε εχθροί στ’ αμπέλια και καταστρέψτε τα· μα μην τα αφανίσετε εντελώς. Τα κλήματά της ξεριζώστε τα, γιατί σ’ εμένα δεν ανήκουν. 11 Ο λαός του Ισραήλ και ο λαός του Ιούδα απίστησαν πολλές φορές σ’ εμένα. Κι αυτά τα λέω εγώ, ο Κύριος».
Οι συνέπειες της αυτοπεποίθησης
12 Αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν τον Κύριο και είπαν: «Τι χρησιμεύει να υπολογίζουμε σ’ αυτόν; Δε θα μας βρει κακό κανένα· πείνα δεν θ’ αντιμετωπίσουμε ούτε πόλεμο. 13 Όσα οι προφήτες λένε είναι του αέρα λόγια. Δεν έχουν μέσα τους λόγια Θεού να πουν. Εκείνα που προλέγουν ας πέσουν πάνω τους». 14 Αλλά ο Θεός, ο Κύριος του σύμπαντος, μου είπε: «Επειδή αυτοί μιλούν έτσι, θα κάνω εγώ τα λόγια μου στο στόμα σου φωτιά, και το λαό αυτό ξύλα θα τον κάνω και θα τους κατακάψει η φωτιά.
15 »Πες τους από μέρους μου: "Ισραηλίτες, θα φέρω εναντίον σας ένα έθνος από μακριά, έθνος αρχαίο και δυνατό, που δε θα ξέρετε τη γλώσσα του και δε θα καταλαβαίνετε τι λένε. 16 Των πολεμιστών του η φαρέτρα το θάνατο σκορπίζει· είναι όλοι τους πανίσχυροι. 17 Αυτοί θα τρώνε τους καρπούς απ’ τη συγκομιδή σας και το δικό σας το ψωμί· τους γιους σας θα σκοτώνουν και τις κόρες σας. Τα πρόβατά σας και τα βόδια σας θα τα καταβροχθίζουν, θα εξαφανίζουν τον καρπό από τ’ αμπέλια σας και απ’ τις συκιές. Θα καταστρέφουν πολεμώντας τις οχυρωμένες πόλεις σας, που σ’ αυτές νιώθατε ασφαλείς"».
Τιμωρία αντίστοιχη με την αμαρτία
18 Μου είπε επίσης ο Κύριος: «Ακόμη και τότε όμως δε θα καταστρέψω εντελώς το λαό μου. 19 Κι όταν ρωτήσουν: "γιατί ο Κύριος ο Θεός μας μάς τα κάνει όλα αυτά;" τότε απάντησέ τους: "όπως στη χώρα σας εκείνον τον εγκαταλείψατε και υπηρετήσατε ξένους θεούς, έτσι θα υπηρετήσετε κι ανθρώπους ξένους, σε χώρα που δε θ’ ανήκει σ’ εσάς"».
Όταν δεν αναγνωρίζεται η εξουσία του Θεού
20 «Στείλτε μήνυμα στους απογόνους του Ιακώβ, διακηρύξτε στους κατοίκους του βασιλείου του Ιούδα και πείτε τους: 21 Πρόσεξε, λοιπόν, λαέ ανόητε και πεισματάρη. Έχετε μάτια αλλά δε βλέπετε, αυτιά αλλά δεν ακούτε. 22 Γιατί, διαφορετικά θα με υπολογίζατε», λέει ο Κύριος. «Θα τρέματε μπροστά μου. Εγώ έβαλα την άμμο φραγμό στη θάλασσα, αιώνιο σύνορο που να το ξεπεράσει δεν μπορεί· φουσκώνει η θάλασσα μα παραπέρα δεν μπορεί να προχωρήσει. Ταράζονται τα κύματά της, αλλά το σύνορο να το περάσουν δεν μπορούν. 23 Εσείς, όμως, Ισραηλίτες, είστε λαός ισχυρογνώμονας κι επαναστατικός· αποστατήσατε και φύγατε από μένα. 24 Ούτε σκεφτήκατε να με τιμήσετε, εμένα τον Κύριο, το Θεό σας, που στέλνω στον καιρό της τη φθινοπωρινή και την ανοιξιάτικη βροχή, κι εξασφαλίζω κάθε χρόνο τις εβδομάδες του θερισμού. 25 Οι ανομίες και οι αμαρτίες σας σάς στέρησαν όλα αυτά τα καλά».
Η επιδίωξη του πλούτου με κάθε μέσον
26 Ο Κύριος λέει: «Βρεθήκαν στο λαό μου ασεβείς, που στήνουνε παγίδα ανθρώπους να συλλάβουνε, όπως εκείνοι που παραμονεύουν να πιάσουνε πουλιά. 27 Όπως είναι γεμάτο το κλουβί πουλιά, έτσι τα σπίτια τους είναι γεμάτα απάτη. Γι’ αυτό έγιναν δυνατοί και πλούτισαν, 28 και χόντρυναν και πάχυναν. Δε βάζουν όρια στις κακές τους πράξεις· δίκαια δεν κρίνουν, αδικούν τα ορφανά και τους φτωχούς, κι έτσι καλοπερνάνε. 29 Δεν πρέπει να τα τιμωρήσω όλα αυτά;» λέει ο Κύριος. «Να μην εκδικηθώ ένα τέτοιο έθνος;»
Η ευθύνη των προφητών και των ιερέων
30 «Τρομερά και φοβερά συμβαίνουνε σ’ αυτή τη χώρα», λέει ο Κύριος. 31 «Οι προφήτες προφητεύουν επικαλούμενοι το ψεύδοςψεύδος. Η λ. στα εβρ. αναφέρεται στο Βάαλ (βλ. κεφ. 2:8). και οι ιερείς ενεργούν σύμφωνα με τη δική τους διδασκαλία. Και ο λαός μου όλα αυτά τα δέχεται. Μα τι θα κάνετε όταν θα έρθει το τέλος;»
Ninguém é justo
1 "Percorram as ruas de Jerusalém,
observem com atenção,
procurem nas suas praças.
Se puderem encontrar alguém
que aja com honestidade e que busque a verdade,5.1 Ou fidelidade.
então, eu perdoarei esta cidade.
2 Embora digam: ‘Tão certo como vive o Senhor’,
ainda assim juram falsamente."
3 Senhor, não é a fidelidade que os teus olhos procuram?
Tu os feriste, mas eles nada sentiram;
tu os deixaste esgotados, mas eles recusaram a correção.
Endureceram o rosto mais do que uma rocha
e recusaram arrepender-se.
4 Pensei: "Eles são apenas pobres e ignorantes,
porque não conhecem o caminho do Senhor,
as ordenanças do seu Deus.
5 Irei aos nobres
e falarei com eles,
pois, sem dúvida, eles conhecem o caminho do Senhor,
as ordenanças do seu Deus".
Mas todos eles também quebraram o jugo
e romperam as amarras.
6 Por isso, um leão da floresta os atacará,
um lobo do deserto os destruirá,
um leopardo ficará à espreita nos arredores das suas cidades,
para despedaçar qualquer pessoa que delas sair.
Porque a rebeldia deles é grande,
e muitos são os seus desvios.
7 "Por que eu deveria perdoar você?
Os seus filhos me abandonaram
e juraram por aqueles que não são deuses.
Embora eu tenha suprido as necessidades deles,
cometeram adultério
e frequentaram as casas de prostituição.
8 Eles são garanhões bem alimentados e excitados,
cada um relinchando para a mulher do seu próximo.
9 Não devo eu castigá-los por isso?",
declara o Senhor.
"Não devo eu vingar-me
de uma nação como esta?
10 "Subam por entre as suas vinhas e destruam-nas,
mas não acabem totalmente com elas.
Cortem os seus ramos,
pois eles não pertencem ao Senhor.
11 Porque o povo de Israel e o povo de Judá
foram totalmente infiéis a mim",
declara o Senhor.
12 Mentiram acerca do Senhor,
dizendo: "Ele não vai fazer nada!
Nenhum mal nos acontecerá;
jamais veremos espada ou fome.
13 Os profetas não passam de vento,
e a palavra não está neles;
por isso, aconteça com eles o que dizem".
14 Portanto, assim diz o Senhor, o Deus dos Exércitos:
"Porque falaram essas palavras,
farei que as minhas palavras na sua boca sejam fogo,
e este povo seja a lenha que o fogo consome.
15 Ó Israel", declara o Senhor,
"estou trazendo de longe uma nação para atacar você:
uma nação muito antiga e invencível,
uma nação cuja língua você não conhece
e cuja fala você não entende.
16 A aljava deles é como um túmulo aberto;
todos eles são guerreiros.
17 Devorarão as suas colheitas e os seus alimentos;
devorarão os seus filhos e as suas filhas;
devorarão as suas ovelhas e os seus bois;
devorarão as suas videiras e as suas figueiras.
Destruirão à espada as cidades fortificadas
nas quais vocês confiam".
18 — Contudo, mesmo naqueles dias não os destruirei completamente — declara o Senhor. 19 — Quando perguntarem: "Por que o Senhor, o nosso Deus, fez tudo isso conosco?", você lhes dirá: "Como vocês me abandonaram e serviram a deuses estrangeiros na terra de vocês, assim, agora, servirão a estrangeiros em uma terra que não é de vocês".
20 "Anunciem isto aos descendentes de Jacó
e proclamem-no em Judá:
21 Ouçam isto, vocês, povo tolo e insensato,
que têm olhos, mas não veem,
que têm ouvidos, mas não ouvem:
22 Acaso vocês não me temem?",
declara o Senhor.
"Não tremem diante da minha presença?
Porque fui eu que fiz da areia um limite para o mar,
um decreto eterno que ele não pode ultrapassar.
As ondas podem quebrar, mas não podem prevalecer;
podem bramir, mas não podem ultrapassá-lo.
23 Mas este povo tem um coração obstinado e rebelde;
eles se afastaram e foram embora.
24 Não dizem no seu íntimo:
‘Temamos, agora, o Senhor, o nosso Deus:
aquele que dá as chuvas do outono e da primavera no tempo certo
e nos assegura as semanas fixas da colheita’.
25 Contudo, os pecados de vocês têm afastado essas coisas;
as faltas de vocês os têm privado desses bens.
26 "Há ímpios no meio do meu povo: homens que ficam à espreita
como em um esconderijo de caçadores de pássaros,
que preparam armadilhas para capturar gente.
27 As suas casas estão cheias de engano,
como gaiolas cheias de pássaros.
Assim, eles se tornaram poderosos e ricos,
28 estão gordos e bem alimentados.
Não há limites para as suas obras más.
Não se empenham pela causa do órfão,
nem defendem os direitos do pobre.
29 Não devo eu castigá-los?",
declara o Senhor.
"Não devo eu vingar-me de uma nação como essa?
30 "Uma coisa espantosa e horrível
acontece nesta terra:
31 os profetas profetizam mentiras,
os sacerdotes governam em proveito próprio,
e o meu povo gosta dessas coisas.
Todavia, o que vocês farão quando tudo isso chegar ao fim?