Ο Ιώβ ορκίζεται ότι είναι αθώος
1 Έκανα συμφωνία με τα μάτια μου
κόρη ποτέ μ’ επιθυμία να μην κοιτάξω.
2 Αλλιώς, τι θα μπορούσα να προσμένω
από τον παντοδύναμο Θεό;
τι θα μου έστελνε από τα ύψη;
3 Η συμφορά είναι για τον άδικο·
για κείνους που παρανομούν η δυστυχία.
4 Βλέπει ο Θεός το δρόμο που βαδίζω
κι αυτός μετράει όλα μου τα βήματα.
5 Ποτέ μου ψέμα δεν μεταχειρίστηκα
ούτε ποτέ προσπάθησα κάποιον να εξαπατήσω.
6 Ας με ζυγίσει ο Θεός με τέλεια ζυγαριά
και θα δει τότε
την ακεραιότητά μου.
7 Αν ξέφυγε το βήμα μου από το δρόμο το σωστό,
αν παρασύρθηκε απ’ τα μάτια μου η καρδιά μου
κι αν κηλιδώθηκαν από την αδικία τα χέρια μου,
8 τότε αυτά που σπέρνω εγώ
άλλοι ας τ’ απολαύσουν
και τα σπαρτά μου ας ξεριζωθούν.
9 Αν η καρδιά μου από γυναίκα δελεάστηκε
και στήθηκα να καρτερώ στου γείτονα την πόρτα,
10 τότε η γυναίκα μου ας μαγειρεύει
γι’ άλλον άντρα
κι άλλοι μαζί της ας πλαγιάσουν.
11 Γιατί αυτό είν’ ανομία επαίσχυντη
κι αμάρτημα που οι δικαστές
θα ’πρεπε αυστηρά να τιμωρούνε.
12 Είναι φωτιά που κατακαίει και δεν αφήνει τίποτα,
μέχρι τις ρίζες κατατρώει τα σπαρτά μου.
13 Αν κάποτε το δίκιο του δούλου μου ή της δούλης μου παρέβλεψα
στις διαφορές που μπορεί να ’χανε μαζί μου,
14 πώς θα μπορέσω να σταθώ μπρος στο Θεό
και τι θα του αποκριθώ όταν με κρίνει;
15 Γιατί, αυτός που μ’ έπλασε,
μήπως δεν έπλασε κι εκείνους;
ο ίδιος δεν μας εσχημάτισε στη μητρική κοιλιά;
16 Ποτέ μου στους φτωχούς ό,τι ζητούσαν δεν τ’ αρνήθηκα,
ούτε άφησα μες στην απελπισία τις χήρες.
17 Ποτέ δεν έφαγα μονάχος το ψωμί μου,
χωρίς να φάνε απ’ αυτό και τα ορφανά,
18 γιατί εγώ τα μεγάλωσα από μικρά
σαν να ’μουνα πατέρας,
κι από την ώρα που γεννήθηκαν τα καθοδήγησα.
19 Όταν έβλεπα κάποιον που ρούχα δεν είχε να ντυθεί,
έναν φτωχό που σκεπάσματα δεν είχε,
20 του ’δινα από τα πρόβατά μου
μάλλινο ρούχο για να ζεσταθεί
κι αυτός από καρδιάς μ’ ευχαριστούσε.
21 Αν χέρι σήκωσα πάνω σε ορφανό,
επειδή έβλεπα πως είχα
των δικαστών την υποστήριξη,
22 το χέρι μου ας σπάσει απ’ τον αγκώνα,
κι ας ξεκολλήσει από τον ώμο μου.
23 Με τρόμαζε η τιμωρία του Θεού·
μπρος στη μεγαλοσύνη του
ν’ αντέξω δεν μπορούσα.
24 Ποτέ μου το χρυσάφι δεν το εμπιστεύτηκα
ούτε και το λογάριασα ποτέ για σιγουριά μου.
25 Για τα πολλά μου πλούτη δεν περηφανεύτηκα
ούτε για όσα με τα χέρια μου μπόρεσα ν’ αποκτήσω.
26 Κοιτάζοντας τον ήλιο και τη λάμψη του
ή τη μαγευτική πορεία της σελήνης,
27 ποτέ μου ενδόμυχα δεν γοητεύτηκα
ούτε ποτέ λατρευτικά τους έστειλα φιλιά.
28 Αυτό θα ’ταν αμάρτημα, που οι δικαστές το τιμωρούνε,
γιατί θα είχα απαρνηθεί τον ύψιστο Θεό.
29 Ποτέ μου δε χαιρόμουνα όταν ο εχθρός μου υπέφερε
ούτε ευχαριστιόμουνα
κακό σαν τον χτυπούσε.
30 Ποτέ μου ν’ αμαρτήσει δεν άφηνα το στόμα μου,
ζητώντας με κατάρες το χαμό του.
31 Όσοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι μου
έχουνε να το λένε,
πως από τα καλύτερα χορτάσαν φαγητά.
32 Ξένος κανείς δεν πέρασε τη νύχτα του στο ύπαιθρο·
στον οδοιπόρο οι πόρτες μου πάντα ήταν ανοιχτές.
33 Ποτέ ανομίες δε χρειάστηκε να κρύψω ή παραπτώματα,
όπως πολλοί το κάνουν.
34 Έτσι τα λόγια των ανθρώπων δε φοβόμουν
ούτε με τρόμαζε του κόσμου η περιφρόνηση,
ώστε να μένω σιωπηλός,
στο σπίτι μου κλεισμένος.
35 Αχ, ας γινόταν κάποιος να μ’ ακούσει!
Μπορώ να υπογράψω ό,τι έχω πει.
Μακάρι να μ’ αποκριθεί ο Παντοδύναμος!
Ας μου ’δειχνε του αντιδίκου μου
την έγγραφη κατηγορία
36 κι εγώ στους ώμους μου πρόθυμα θα τη σήκωνα
και στο κεφάλι θα την έβαζα κορώνα.
37 Για τη ζωή μου θα μιλούσα στο Θεό
με κάθε λεπτομέρεια
και θα μπορούσα να τον βλέπω μες στα μάτια.
38 Αν το χωράφι μου παραπονέθηκε για μένα
κι έκανα εγώ τ’ αυλάκια του να κλάψουνε,
39 επειδή δεν τα φρόντισα
μα πήρα τους καρπούς του,
κι έγινα έτσι ανυπάκουος στο Θεό,
που ’ναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης του,
40 τότε ας φυτρώσουνε αγκάθια αντί για στάρι,
κι αντί κριθάρι αγριοχόρταρα.Νοηματικά οι στ. 38-40 τοποθετούνται προ του στ. 35, γιατί προφανώς εκεί βρίσκεται το τέλος της ομιλίας του Ιώβ.
Εδώ τελειώνουνε τα λόγια του Ιώβ.
约伯虽然受苦仍守道不渝
1 "我与自己的眼睛立了约,
决不注视处女。
2 从至上的 神所得的分,
从至高的全能者所得的业是甚么呢?
3 灾难不是临到不义的人吗?
灾祸不是临到作孽的人吗?
4 神不是察看我的道路,
数算我的一切脚步吗?
5 我若与虚谎同行,
我的脚若急于追随诡诈,
6 就愿我被公平的天平称度,
使 神可以知道我的完全。
7 我的脚步若偏离正道,
我的心若随从眼目而行,
我的手掌若黏有任何污点,
8 就愿我所种的,让别人来吃,
愿我田中出产的,都连根拔起来。
9 我的心若被女人迷惑,
在别人的门口埋伏,
10 就愿我的妻子作别人的奴仆,
也愿别人屈身与她行淫,
11 因为这是大恶,是该受审判的罪孽;
12 这是焚烧直至毁灭的火,
必把我所有的收获都拔出来。
13 我的仆婢与我争论的时候,
我若轻视他们的案件,
14 神若起来,我怎么办呢?
他若鉴察,我怎样回答呢?
15 那造我在母腹中的,不也造他吗?
造我们在母胎里的,不是同一位吗?
16 我若不给穷人所要的,
或使寡妇的眼所期待的落空;
17 我若独吃我的一点食物,
孤儿却没有与我同吃;
18 自我幼年时,孤儿与我一同长大,
以我为父,
从我出母腹以来,我就善待寡妇。
19 我若见人因无衣服死亡,
或贫穷人毫无遮盖;
20 他若不因我的羊毛得温暖,
他的心若不向我道谢;
21 我若在城门见有支持我的,
就挥手攻击孤儿,
22 就愿我的肩头从肩胛脱落,
愿我的前臂从上臂折断;
23 因为 神所降的灾难使我恐惧,
因他的崇高我不敢妄为。
24 我若以黄金为我所信靠的,
又对精金说:‘你是我所靠赖的’;
25 我若因为财物丰裕,
或因为我多获财利而欢喜;
26 我若见太阳"太阳"直译是"光"照耀,
或明月行在空中,
27 以致心中暗暗地受到迷惑,
用自己的嘴亲手;
28 那么这也就是该受审判的罪孽,
因为我欺哄了高高在上的 神。
29 我若因恨我的人遭灾祸而欢喜,
或因他遇患难而高兴;
30 我并没有容许我的口犯罪,
咒诅他的性命。
31 我家里的人若没有说:
‘谁能找出哪一个没有饱吃他的肉食的呢?’
32 旅客没有在街上过夜,
我的门向过路的人是敞开的。
33 我若像亚当遮掩我的过犯,
把我的罪孽藏在怀中,
34 因为我惧怕群众,
宗族的藐视又使我惊恐,
以致我静默不言,足不出门。
35 但愿有一位肯听我的,
看哪!这是我所划的押,
愿全能者回答我,
愿那与我争讼的写好状词。
36 我定要把它带到我的肩上,
绑在我的头上为冠冕。
37 我要向他述说全部的行为,
又像王子一般进到他面前。
38 我的田地若呼冤控告我,
地的犁沟若都一同哀哭;
39 我若吃地里的出产而不给价银,
或使地主气绝身亡,
40 就愿蒺藜长出来代替小麦,
臭草代替大麦。"
约伯的话说完了。