Ο Ιώβ παραπονείται στο Θεό
1 Τάχα του ανθρώπου η ζωή πάνω στη γη
δεν είναι μια υποχρεωτική θητεία;
Οι μέρες του δεν είναι μέρες μισθωτού;
2 Ο δούλος λαχταρά λίγη σκιά,
ο κάθε εργάτης το μισθό του περιμένει.
3 Έτσι κι εγώ μήνες και μήνες
πέρασα δίχως νόημα,
νύχτες ατέλειωτες
γεμάτες πόνο.
4 Πλαγιάζω για να κοιμηθώ και σκέφτομαι
πότε να σηκωθώ·
κι η νύχτα δεν τελειώνει·
ως την αυγή στριφογυρνάω άυπνος.
5 Σκουλήκια και κατάξερες πληγές
σκεπάζουνε το σώμα μου·
το δέρμα μου σκίζεται και πυορροεί.
6 Οι μέρες μου τρέχουν πιο γρήγορα
κι απ’ τη σαΐτα του αργαλειού·
φεύγουν και χάνονται χωρίς καμιά ελπίδα.
7 Θυμήσου, Κύριε, πως η ζωή μου
είναι μονάχα μια πνοή,
τα μάτια μου δεν πρόκειται
να ξαναδούν την ευτυχία.
8 Τα μάτια που με βλέπανε δε θα με ξαναδούν.
τα μάτια σου θα με ζητούν,
μα εγώ δε θα υπάρχω.
9 Όπως το σύννεφο σκορπάει και χάνεται,
έτσι κι όποιος στον άδη κατεβαίνει
δεν ανεβαίνει πια·
10 σπίτι του δεν ξανάρχεται
κι ο τόπος του δεν τον αναγνωρίζει.
11 Λοιπόν δε θα κρατήσω
κι άλλο κλειστό το στόμα μου·
μέσ’ απ’ την αγωνία της καρδιάς μου θα μιλήσω,
μέσ’ απ’ την πίκρα της ψυχής μου θα παραπονεθώ.
12 Τι είμ’ εγώ; Θάλασσα ή κήτος θαλασσινό
και μου ’βαλες φρουρά;Πιθανώς η παρομοίωση του Ιώβ αναφέρεται σε αρχαίες παραδόσεις της ανατολής περί δημιουργίας, κατά τις οποίες ο δημιουργός θεός, αφού νίκησε τη Θάλασσα και το θαλάσσιο Κήτος τα έβαλε στη φυλακή για να μην ξανακάνουν κακό (πρβλ. κεφ. 38:8-11· Ησ 27:1· Ψλ 74:13).
13 Εκεί που λέω πως θα μ’ ανακουφίσει το κρεβάτι μου
και πως το στρώμα μου τον πόνο μου θα τον πραΰνει,
14 εσύ με εφιάλτες με φοβίζεις
και με τρομάζεις με οράματα.
15 Έτσι έχω προτιμότερο τον απαγχονισμό,
καλύτερο το θάνατο παρά τον πόνο.
16 Απαύδησα! Δεν πρόκειται να ζήσω εγώ αιώνια.
Παράτησέ με! Μια πνοή είν’ η ζωή μου όλη κι όλη.
17 Τι είναι ο άνθρωπος
που τόσο να τον λογαριάζεις
και τόση να του δίνεις προσοχή;
18 Κάθε πρωί να σκύβεις πάνω του
και να τον δοκιμάζεις
κάθε στιγμή;
19 Πότε θα σταματήσεις να με παρακολουθείς,
και θα μ’ αφήσεις να καταπιώ το σάλιο μου;
20 Αν έσφαλα χωρίς να το γνωρίζω,
εσένα σε τι σ’ έβλαψα, το φύλακα του ανθρώπου;
Γιατί μ’ έβαλες στόχο σου;
Τόσο σου είμαι βάρος;
21 Την αμαρτία μου να συγχωρήσεις δεν μπορείς;
την ανομία μου να σβήσεις;
Αφού σε λίγο θα πλαγιάζω μες στο χώμα
κι αν με γυρεύεις, δε θα υπάρχω πια.
人生在世多有愁苦
1 "人在世上怎能没有劳役呢?
他的日子不像雇工的日子吗?
2 正如仆人切慕暮影,
又像雇工盼望工价。
3 照样,我有空虚的岁月,
也有劳苦的黑夜为我派定。
4 我躺下的时候,就说:
‘我甚么时候起来?’
然而,长夜漫漫,我辗转反侧,直到黎明。
5 我的肉体以虫子和土块为衣裳,
我的皮肤裂开又流脓。
6 我过的日子比梭还要快,
在毫无盼望之中而结束。
7 求你记念我的性命不过是一口气,
我的眼必不再看见福乐。
8 看我的,他的眼再也看不到我,
你的眼要看我,我已经不在了。
9 云彩怎样消散逝去,
照样,人下阴间也不再上来。
10 他不再回自己的家,
故乡再也不认识他。
11 因此,我不再禁止我的口,
我要说出灵里的忧愁,
倾诉心中的痛苦。
埋怨 神待他过严
12 我岂是海洋或是海怪,
你竟然设守卫防备我?
13 我若说:‘我的床必安慰我,
我的榻必减轻我的苦情’,
14 你就用梦惊扰我,
又用异象惊吓我,
15 以致我宁可窒息而死,
也不肯保留我这一身的骨头。
16 我厌恶自己,不愿永远活下去。
任凭我吧,因为我的日子都是空虚的。
17 人算甚么,你竟看他为大,
又把他放在心上;
18 每天早晨你都鉴察他,
每时每刻你也试验他。
19 你到甚么时候才转眼不看我,
任凭我咽下唾沫呢?
20 鉴察世人的主啊!
我若犯了罪,跟你有甚么关系呢?
你为甚么把我当作箭靶,
使我以自己为重担呢?
21 你为甚么不赦免我的过犯,
除去我的罪孽呢?
现在我快要躺卧在尘土中,
那时你寻找我,我却不在了。"