Παράπονο του Ιώβ για την κατάστασή του
1 Σιχάθηκα τη ζωή μου·
και το παράπονό μου δε διστάζω να το πω,
μέσ’ απ’ την πίκρα της ψυχής μου να μιλήσω.
2 Λέω στο Θεό: «Μη με καταδικάσεις!
Δείξε μου, για ποιο πράγμα με κατηγορείς.
3 Υπάρχει λόγος να με βασανίζεις;
Να ’χεις στην καταφρόνια το έργο που δημιούργησες
και να ευνοείς τα σχέδια των ασεβών;
4 Ανθρώπινα είν’ τα μάτια σου;
Βλέπεις κι εσύ καθώς οι ανθρώποι βλέπουν;
5 Είν’ η ζωή σου σαν του ανθρώπου λιγοστή,
τα χρόνια σου σαν τα δικά του χρόνια,
6 και ψάχνεις συνεχώς
να βρεις την ανομία μου,
και ερευνάς ν’ ανακαλύψεις κάθε μου αμαρτία;
7 Αφού καλά το ξέρεις πως δεν είμαι ένοχος
και πως κανένας δεν μπορεί
από τα χέρια σου να με γλιτώσει.
8 »Τα χέρια τα δικά σου με σχημάτισαν
και μ’ έπλασαν·
και τώρα αυτά τα ίδια σου τα χέρια
ζητάνε να με καταστρέψουν;
9 Θυμήσου, σε παρακαλώ, πως από χώμα μ’ έπλασες·
και τώρα θέλεις πάλι να με κάνεις χώμα;
10 Καθώς το γάλα μ’ έχυσες,
και με σχημάτισες έτσι όπως πήζουν το τυρί.
11 Με ύφανες με κόκαλα και τένοντες
και μ’ έντυσες με σάρκα και με δέρμα.
12 Ζωή μού χάρισες και σταθερή αγάπη,
και στη ζωή με κράτησε η φροντίδα σου.
13 Μα τώρα ξέρω τι σχεδίαζες για μένα
και τι κρυφά λογάριαζες:
14 Αν αμαρτήσω, να με πιάσεις
και να μη συγχωρήσεις την παρανομία μου.
15 Αλίμονό μου αν είμαι ένοχος!
Κι αν είμαι αθώος πάλι δεν τολμώ
να υψώσω το κεφάλι.
Ταλαίπωρος εγώ
και καταντροπιασμένος!
16 Αν κάνω να σηκώσω το κεφάλι,
σαν το λιοντάρι με κυνηγάς
και με συνθλίβεις
με την περισσευούμενή σου δύναμη.
17 Έχεις πάντα εναντίον μου καινούριους μάρτυρες,
η οργή σου πάνω μου ολοένα και πληθαίνει·
μου επιτίθεσαι με νέες συμφορές.
18 »Γιατί απ’ τη μήτρα μ’ άφησες να βγω;
Θα πέθαινα και δε θα μ’ είχε δει
ανθρώπου μάτι.
19 Θα ’τανε σαν να μην υπήρξα,
κι απ’ τη κοιλιά στον τάφο μου
θα ’χα μεταφερθεί.
20 Λίγη μου μένει πια ζωή.
Πάρε από μένα τις ταλαιπωρίες
κι άσε με λίγη ανάπαυση να βρω,
21 πριν πάω εκεί απ’ όπου πια δε θα γυρίσω,
στου σκοταδιού τη χώρα και της σκιάς,
22 στη χώρα όπου βαθύτατο σκοτάδι βασιλεύει και σύγχυση,
όπου ακόμα και το φως
είναι σαν το σκοτάδι!»
问 神为甚么要定人的罪
1 "我厌恶我的性命,
我要尽情吐苦水,
倾诉心中的痛苦。
2 我要对 神说:不要定我有罪,
请告诉我你为甚么与我相争。
3 压迫无辜,
又弃绝你手所作的,
却喜悦恶人的计谋,你都以为美吗?
4 你的眼不是肉眼,
你观看不像人观看,
5 你的日子不如人的日子,
你的年岁不像人的年岁,
6 以致你追究我的罪孽,
细察我的罪过吗?
7 你知道我并没有罪,
但没有人能救我脱离你的手。
8 你的手塑我造我,
但一转过来你就要毁灭我。
9 求你记念你造我如抟泥,
你还要使我归于尘土吗?
10 你不是把我倒出来像倒奶,
又使我凝结像乳酪凝固吗?
11 你以皮肉为衣给我穿上,
以筋骨接络我;
12 你赐我生命,又向我施慈爱,
你的眷顾保守我的心灵。
若要受苦,不如夭折
13 这些事你都藏在你的心里,
我知道这是你的旨意。
14 我若犯罪,你就鉴察,
绝不赦免我的罪孽;
15 我若有罪,就有祸了;
我若有理,也不敢抬头,
饱尝羞辱,看看自己的苦难。
16 我若昂首自得,你就如狮子猎我"如狮子猎我"或译:"猎我如猎狮子",
又在我身上彰显你惊人的大能。
17 你重新设立见证攻击我,
对我加增你的忿怒,
派兵轮流攻击我。
18 你为甚么使我出母胎呢?
我不如死去,无人得见我,
19 这样,就像从来没有我一样,
一出母腹就被送入坟墓。
20 我的日子不是很少吗?请住手,转离我,
使我在往黑暗死荫之地以先,
21 在去而不返之前,
可以喜乐片刻;
22 那地黑暗,如死荫的幽暗,
毫无秩序,即使有光也像幽暗。"