Ο Ιώβ στοχάζεται τη συντομία της ζωής
1 Αδύναμος και αβοήθητος γεννιέται ο άνθρωπος
και λίγα χρόνια ζει
γεμάτα στενοχώριες.
2 Σαν το λουλούδι ανθίζει
και έπειτα μαραίνεται·
φεύγει και χάνεται σαν τη σκιά.
3 Κι όλα αυτά Κύριε, εσύ, τα παρακολουθείς!
Και με τραβάς σε δίκη να με κρίνεις!
4 Αλλά εσύ πρέπει να το ξέρεις
πως ο άνθρωπος είν’ ακάθαρτος.
Και πως τίποτα καθαρό
δεν προέρχεται απ’ αυτόν.
5 Αφού οι μέρες του είναι μετρημένες,
κι αριθμημένοι από σένα οι μήνες του,
αφού του έβαλες όρια
που να τα ξεπεράσει δεν μπορεί!
6 Πάρε απ’ αυτόν το βλέμμα σου
για να μπορέσει να ησυχάσει,
άσ’ του αυτή την ελάχιστη χαρά μες στη ζωή.
7 Ελπίδα έχει ακόμα κι ένα δέντρο όταν κοπεί,
πως θα ξαναβλαστήσει
και πως ποτέ δε θα του λείψουν οι τρυφεροί βλαστοί.
8 Ακόμη κι αν η ρίζα του γεράσει μες στη γη
και νεκρωθεί το κούτσουρο
μέσα στο χώμα,
9 μόλις νιώσει νερό, θ’ αναβλαστήσει,
και σαν το νιόφυτο θα βγάλει νέα κλαδιά.
10 Μα ο άνθρωπος πεθαίνει,
κι ετούτο είναι το τέλος του·
όταν το πνεύμα του τ’ αφήσει,
αυός πού θα βρεθεί;
11 Μπορεί μια μέρα τα νερά από τη λίμνη να χαθούνε,
και να στερέψουν τα ποτάμια,
να ξεραθούν.
12 Αλλά ο άνθρωπος πεθαίνει
και δεν ξανασηκώνεται.
Πιο εύκολο είν’ ο ουρανός να εξαφανιστεί
παρά ένας πεθαμένος να ξυπνήσει
κι από τον ύπνο του να σηκωθεί.
13 Αχ, και να μ’ έκρυβες στον άδη, Κύριε,
κι εκεί να μ’ άφηνες κρυμμένον
ώσπου ο θυμός σου να διαβεί,
και να μου όριζες τη μέρα
που θα με ξαναθυμηθείς.
14 Αλλά εκείνος που πεθαίνει,
γίνεται να ξανάρθει στη ζωή;
Όλες τις μέρες της ζωής μου
θα υπέμενα τις συμφορές,
αν έλπιζα πως θ’ άλλαζα κατάσταση.
15 Θα με καλούσες,
κι εγώ θα σου απαντούσα·
και θα ’χες πόθο για να δεις, το πλάσμα σου.
16 Θα πρόσεχες το κάθε βήμα μου
μα δε θα μου κατέγραφες τα κρίματα.
17 Αντίθετα· τις παραβάσεις μου
μέσα σε σάκο θα τις σφράγιζες
και θα μου σκέπαζες κάθε παρανομία.
18 Βουνά γκρεμίζονται και χάνονται
βράχοι απ’ τη θέση τους μετακινούνται,
19 τα νερά τρών’ ακόμα και τις πέτρες·
κι η μπόρα παρασέρνει τα χώματα της γης·
παρόμοια καταστρέφεις
του ανθρώπου την ελπίδα εσύ.
20 Ρίχνεις τον άνθρωπο στη γη και χάνεται·
την όψη του παραμορφώνεις με το θάνατο,
τον διώχνεις μακριά.
21 Αν τα παιδιά του τα τιμούν,
αυτός δεν το μαθαίνει·
αν τα καταφρονούν,
αυτός δεν ξέρει τίποτα.
22 Μονάχα του κορμιού του την οδύνη αισθάνεται,
μόνο γι’ αυτόν τον ίδιο
θλίβεται η ψυχή του.
力言人生是短暂且可悲
1 "妇人所生的日子短少,满有搅扰;
2 他生长如花,又遭割下;
他飞去如影,并不停留。
3 这样的人你还睁眼看他,
又把他带到你跟前受审吗?
4 谁能使洁净出于污秽呢?
无人有此本事。
5 人的日子既然被限定,
他的月数亦在乎你,
你也定下他的界限,使他不能越过。
6 就求你转眼不看他,使他得歇息"使他得歇息"或译:"不去管他",
直等到他像雇工一样享受他的日子。
7 树木常有希望,
树木若被砍下,也会再发芽,
嫩枝仍生长不息。
8 虽然树根衰老在地里,
树干也枯死在土中,
9 一有水气,就会萌芽,
又生长枝条如新栽的树一样。
10 人死了,就化为乌有;
人一气绝就不在了。
11 海洋中的水消失,
江河枯竭干涸,
12 人也是这样一躺下去,就不再起来,
直到天都没有了还不醒过来,
也不能从睡眠中被唤醒。
13 但愿你把我藏在阴间,
把我隐藏,直到你的怒气过去;
愿你为我定一个期限,好记念我。
14 人若死了,怎能再活呢?
我要在我一切劳苦的日子等待,
等到我得释放的时候来到。
15 你一呼叫,我就回答你,
你必渴慕你手所作的。
16 但现在你数点我的脚步,
必不再鉴察我的罪过,
17 我的过犯被你封在囊中,
我的罪孽你以灰泥遮盖了。
18 山崩下坠,
岩石挪开原处;
19 流水磨蚀石头,
水的泛溢冲去地上的尘土,
你也这样灭绝人的指望。
20 你永远胜过人,人就去世,
你改变他的容貌,把他遣走。
21 他的儿女得尊荣,他并不晓得,
他们降为卑,他也不觉得,
22 只觉自己身上的痛苦,
为自己悲哀。"