Ο Ελιού θεωρεί σωστό ν’ απαντήσει στον Ιώβ
1 Τότε οι τρεις εκείνοι άντρες έπαψαν ν’ απαντούν στον Ιώβ, επειδή θεωρούσε τον εαυτό του δίκαιο. 2 Θύμωσε όμως ο Ελιού, γιος του Βαραχιήλ κι απόγονος του Βουζ, από την οικογένεια του Ραμ, γιατί ο Ιώβ είχε φτάσει να θεωρεί τον εαυτό του πιο δίκαιον κι από το Θεό. 3 Αλλά θύμωσε και με τους τρεις φίλους του Ιώβ, γιατί δεν έβρισκαν τι να του απαντήσουν, για να του αποδείξουν την ενοχή του. 4 Μιας κι εκείνοι ήταν μεγαλύτεροί του, λοιπόν, ο Ελιού περίμενε να τελειώσουν για να μιλήσει στον Ιώβ.
5,6 Όταν όμως είδε πως εκείνοι δεν είχαν καμιά απάντηση, τότε ξέσπασε θυμωμένος και είπε:
Εγώ είμ’ ακόμα νέος κι εσείς γέροντες·
γι’ αυτό φοβόμουνα και δίσταζα
αυτά που σκέφτομαι να σας τα πω.
7 Έλεγα μέσα μου πως θα μιλούσε η ηλικία
και πως σοφία θα δίδασκαν
τα χρόνια τα πολλά.
8 Μα ό,τι κάνει συνετό τον άνθρωπο
είναι το πνεύμα,
είν’ η πνοή που εμφύσησε ο Παντοδύναμος.
9 Οι ηλικιωμένοι δεν είναι πάντα και σοφοί,
ούτε κι οι γέροντες ξέρουνε πάντα
το σωστό ποιο είναι.
10 Γι’ αυτό και τώρα σας γυρεύω να μ’ ακούσετε·
θέλω κι εγώ τη γνώμη μου να σας εκθέσω.
11 Περίμενα να ολοκληρώσετε τους λόγους σας,
παρακολούθησα τα επιχειρήματά σας,
όσο εσείς αναζητούσατε φράσεις σοφές.
12 Σας έδωσα όλη την προσοχή μου,
αλλά κανείς σας τον Ιώβ δεν έπεισε
ούτε τα λόγια του αντέκρουσε κανένας.
13 Και μη θαρρείτε προπαντός πως τη σοφή βρήκατε λύση,
λέγοντας πως δεν είν’ ο άνθρωπος,
μα ο Θεός που θα τον μεταπείσει.
14 Τα λόγια του Ιώβ δεν στόχευαν εμένα·
κι εγώ δεν θα του απαντήσω με τα λόγια σας.
15 Αυτοί ξαφνιάστηκαν, σκεφτόμουν,
και πια δεν αποκρίνονται·
τα λόγια τους τα χάσαν.
16 Να περιμένω όσο εκείνοι δε μιλούν;
Στέκονται εκεί, χωρίς πια ν’ απαντούνε.
17 Με τη σειρά μου κι εγώ θέλω ν’ απαντήσω,
θέλω κι εγώ τη γνώμη μου να πω.
18 Λόγια έχω μέσα μου πολλά.
Το Πνεύμα εντός μου, του Θεού,
με βιάζει να μιλήσω.
19 Μέσα μου γίνεται αναβρασμός,
καθώς του μούστου η ζύμωση μες στο ασκί,
που είν’ έτοιμο να σκάσει.
20 Θα πρέπει να μιλήσω για ν’ ανασάνω ελεύθερα,
το στόμα μου ν’ ανοίξω ν’ αποκριθώ.
21 Δε θα πάρω το μέρος κανενός
κι ούτε κανέναν πρόκειται να κολακέψω.
22 Γιατί δεν ξέρω εγώ να κολακεύω·
αν κάτι τέτοιο έκανα,
ο Πλάστης μου αμέσως θα με τιμωρούσε.
以利户向约伯与三友发怒
1 因为约伯自以为义,于是这三个人就不再回答他。2 那时,布西人兰族巴拉迦的儿子以利户发怒了;他向约伯发怒,因为他在 神面前自以为义。3 他又向约伯的三个朋友发怒,因为他们虽然仍以约伯为有罪,却找不到回答的话来。4 以利户等待着要向约伯说话,因为他们的年纪都比以利户大。5 以利户一见这三个人的口里无话回答,他就发怒了。
以利户发言陈述己见
6 布西人巴拉迦的儿子以利户回答说:
"我年纪轻,你们年纪大,
因此我拘束畏惧,不敢向你们表达我的意见。
7 我心里想:‘年长的当先说话,
寿高的当以智慧教训人。’
8 但是在人心里面有灵,
全能者的气息使人有聪明。
9 年纪大的不都有智慧,
年老的不都能明白是非,
10 因此我说:‘你们要听我说话,
我也要说出我的意见。’
11 你们砌词说话的时候,
我等待着你们的话,
留心听你们的理论。
12 我留意听你们,
不料,你们中间没有人能驳倒约伯,
驳回他所说的话。
13 你们不要说:‘我们寻得了智慧;
能胜过他的,是 神,不是人。’
14 约伯没有用他的话攻击我,
我也不用你们的话回答他。
15 他们惊惶失措,不再回应,
他们没有甚么可说的话了。
16 因为他们不说话,因为他们站着不再回应,
我就等待吗?
17 我也要回答我的一份话,
我也要表达我的意见,
18 因为我充满了要说的话,
我里面的灵催逼我说出来。
19 我里面如盛酒的囊,没有出气的地方,
又如新酒袋,快要破裂。
20 我要说话,使我可以舒畅,
我要开口回答。
21 我必不徇人的情面,
也不奉承人,
22 因为我不晓得怎样奉承。
不然,我的创造主很快就把我除去。"