Ο Ιώβ υποστηρίζει την ακεραιότητά του
1 Να, λοιπόν, που όλ’ αυτά τα ’δαν τα μάτια μου·
τ’ ακούσανε τ’ αυτιά μου
και τα κατάλαβα.
2 Όλα όσα εσείς ξέρετε, όμοια κι εγώ τα ξέρω·
κατώτερος δεν είμ’ εγώ από σας.
3 Εγώ όμως θέλω να μιλήσω στον Παντοδύναμο,
να υπερασπιστώ τον εαυτό μου
μπρος στο Θεό.
4 Αλλά εσείς με ψέματα
την άγνοιά σας τη σκεπάζετε
κι είσαστε όλοι σας ψευτογιατροί.
5 Μακάρι να σωπαίνατε!
Τότε μπορεί και να σας παίρναν για σοφούς.
6 Ακούστε λοιπόν τώρα την απολογία μου,
στα λόγια μου δώστε την προσοχή σας:
7 Θαρρείτε πως υπερασπίζεστε το Θεό
διαστρέφοντας τα πράγματα,
και ψέματα για χάρη του θα πείτε;
8 Θα ’σαστε μεροληπτικοί γι’ αυτόν,
και θα του γίνετε συνήγοροι;
9 Θα σας έβγαινε σε καλό αν σας διερευνούσε;
Θα τον εξαπατούσατε, όπως κανείς εξαπατά έναν άνθρωπο;
10 Σίγουρα θα σας τιμωρήσει αυστηρά
αν έστω και κρυφά μεροληπτείτε.
11 Δε σας τρομάζει η μεγαλοσύνη του;
ο φόβος του δε σας ταράζει;
12 Τα σοφά λόγια σας είναι καθώς η στάχτη·
τα επιχειρήματά σας καταρρέουν
σαν σκεύη πήλινα.
13 Σωπάστε εσείς, λοιπόν, κι αφήστε με
να μιλήσω κι εγώ·
κι ας πέσουν πάνω μου οι συνέπειες.
14 Ας γίνει ό,τι θέλει. Πρόθυμος είμ’ εγώ
να παίξω τη ζωή μου.
15 Το μόνο πράγμα που μπορώ να ελπίζω απ’ το Θεό,
είναι ο θάνατός μου.
Μα πριν πεθάνω,
μπρος του θα υπερασπιστώ το δίκιο μου.
16 Αυτό θα ’ναι για μένα η σωτηρία μου,
γιατί κανένας άνομος δε θα τολμούσε
μπροστά του να εμφανιστεί.
17 Και τώρα, ακούστε όσα έχω να σας πω
και δώστε προσοχή σ’ αυτά
που θα σας εξηγήσω.
18 Έτοιμος είμαι την υπόθεσή μου
να υπερασπιστώ·
γιατί καλά το ξέρω πως έχω δίκιο.
19 Ποιος είναι που θα μ’ αποδείξει ένοχο;
Τότ’ εγώ θα σωπάσω
και το θάνατο θα δεχτώ.
20 Μόνο δυο πράγματα παραχώρησέ μου, Θεέ μου,
κι εγώ από μπροστά σου δε θα κρυφτώ:
21 Πάρε το χέρι σου από πάνω μου,
ο φόβος σου να μη με τρομάζει.
22 Έπειτα, πάρε εσύ το λόγο
κι εγώ θα σου αποκρίνομαι·
ή εγώ να μιλήσω κι απάντησέ μου εσύ.
23 Πόσες είν’ οι ανομίες κι οι αμαρτίες μου;
Τις παραβάσεις δείξε μου
και τα κρίματά μου.
24 Γιατί το πρόσωπό σου κρύβεις
κι εχθρό σου με θαρρείς;
25 Θες να τρομάξεις ένα φύλλο ανεμόδαρτο;
θες να τα βάλεις μ’ ένα άχυρο ξερό;
26 Μου καταμαρτυρείς πικρές κατηγορίες
και μου καταλογίζεις τις αμαρτίες της νιότης μου.
27 Με περιορίζεις,
με παρακολουθείς όπου κι αν πάω,
σημειώνεις ακόμα και τα ίχνη μου.
28 Καθώς το σάπιο ξύλο καταστρέφομαι,
σαν ρούχο σκοροφαγωμένο.
责友妄证 神为义
1 "这一切我的眼睛都见过,
我的耳朵都听过,而且明白。
2 你们所知道的我也知道,
我并非不及你们。
3 但我要对全能者说话,
我愿与 神辩论。
4 你们都是捏造谎言的,
都是无用的医生。
5 但愿你们完全不作声,
这样才算为你们的智慧。
6 请你们听我的辩论,
留心听我嘴唇的申诉。
7 你们要为 神说不义的言语吗?
你们要为他说诡诈的话吗?
8 你们要徇 神的情面吗?
要为 神争辩吗?
9 他把你们查出来,这是好吗?
人怎样哄骗人,你们也怎样哄骗 神吗?
10 你们若暗中徇情面,
他必然责备你们。
11 他的尊严不是叫你们惧怕吗?
他的惊吓不是临到你们吗?
12 你们背诵的格言都是炉灰的格言,
你们的辩护都是泥土的辩护。
辩明自己无罪
13 你们要静默,离开我,好让我说话,
然后不论甚么事也好,让它临到我吧。
14 我已把我的肉挂在自己的牙上,
把我的命放在自己的手中。
15 他必杀我,我没有指望了,
我必在他面前辩明我所行的;
16 这要成为我的拯救,
因为不敬虔的人不能到他面前来。
17 你们当细听我的言语,
让我的宣言进入你们的耳中。
18 现在我已呈上我的案件,
我知道我自己得算为义,
19 有谁与我相争呢?
若有,我就默然不言,气绝而亡。
约伯质问 神
20 只要不对我行两件事,
我就不躲开你的面,
21 就是把你的手缩回,远离我身,
又不使你的惊惧威吓我。
22 这样,你一呼叫,我就回答,
或是让我说话,你回答我。
23 我的罪孽与罪过有多少呢?
求你让我知道我的过犯与罪过。
24 你为甚么掩面,
把我当作你的仇敌呢?
25 你要使被风吹动的树叶战抖吗?
你要追赶枯干了的碎秸吗?
26 你记录判词攻击我,
又使我承当我幼年的罪孽;
27 你把我的两脚上了木狗,
又鉴察我一切所行的,
为我的脚掌定界限。
28 我的生命像破灭腐朽之物,
又像虫蛀的衣服。"