1 Μοιάζει ο τεμπέλης με πέτρα πασαλειμμένη με ακαθαρσίες· που όλοι τον πετούν μακριά με αηδία. 2 Μοιάζει ο τεμπέλης μ’ ένα σβόλο κοπριάς· όποιος τον πιάνει, το χέρι του τινάζει.
3 Είναι ντροπή για έναν πατέρα να ’χει γεννήσει γιο ανάγωγο, μα η ντροπή είναι ακόμα μεγαλύτερη αν πρόκειται για θυγατέρα. 4 Μια κόρη μυαλωμένη θα ’χει παντοτινά τον άντρα της· ενώ μια κόρη επαίσχυντη είναι για τον πατέρα της καημός. 5 Η κόρη η αδιάντροπη ατιμάζει και τον πατέρα και τον άντρα της· κι από τον ένα κι απ’ τον άλλο θα καταφρονηθεί.
6 Άκαιρα λόγια είναι σαν τη μουσική που παίζεται σε ώρα πένθους, ενώ είναι σοφία η μαστίγωση κι η τιμωρία κάθε στιγμή. 7 [Όσα παιδιά κερδίζουν τη ζωή τους ζώντας τίμια, καλύπτουνε την ταπεινή καταγωγή, που είχαν οι γονείς τους. 8 Ενώ αυτά που αδιάντροπα και διεφθαρμένα ζουν, την οικογένεια την πιο αξιόπρεπη ντροπιάζουν].
9 Όποιος κάθεται και διδάσκει τον ανόητο, είναι σαν να κολλάει συντρίμμια, σαν να ξυπνάει κάποιον που κοιμάται ύπνο βαθύ. 10 Όποιος μιλάει σε ανόητο, είναι σαν να μιλάει σε κάποιον που νυστάζει, και που στο τέλος της κουβέντας λέει, «τι λέγαμε;»
11 Κλάψε τον πεθαμένο, γιατί εστερήθη της ζωής το φως· και κλάψε τον ανόητο, γιατί το νου στερήθηκε. Κλάψε λιγότερο πικρά τον πεθαμένο, γιατί αναπαύθηκε· ενώ του ανόητου η ζωή είναι κι από το θάνατο χειρότερη. 12 Το πένθος για τον πεθαμένο κρατά μέρες εφτά, ενώ για τον ανόητο και για τον ασεβή, όλες τις μέρες της ζωής τους.
13 Μην πολυκουβεντιάζεις με ανόητο άνθρωπο και μην πηγαίνεις να συναναστραφείς έναν που φέρεται σαν χοίρος·σαν χοίρος. Προτιμητέα η συριακή αυτή μετάφραση, λόγω των συμφραζομένων του στ. Οι Ο΄ έχουν «σαν ασύνετος». φυλάξου απ’ αυτόν για να μην έχεις φασαρίες και να μη λερωθείς, όταν θα τον τινάξουν μακριά. Απομακρύνσου και θα βρεις την ησυχία σου· οι παραλογισμοί του δεν θα σε κουράσουν. 14 Υπάρχει τίποτα βαρύτερο από ένα πράγμα μολυβένιο; Και ποιο είναι τ’ όνομά του, αν όχι «ανόητος»; 15 Πιο ευκολοβάσταχτα είναι η άμμος, το αλάτι ή ένας όγκος σίδερο, παρά ο άνθρωπος που φρόνηση δεν έχει.
16 Γεροδεμένη ξυλωσιά σε οικοδομή, από σεισμό δεν πέφτει· έτσι κι όταν στηρίζεται η καρδιά πάνω σε απόφαση ύστερ’ από σκέψη: στη δύσκολη ώρα δεν θα κλονιστεί. 17 Η καρδιά που βασίζεται σε σκέψη συνετή, μοιάζει στολίδι γύψινο πάνω σε λείο τοίχο. 18 Χαλίκια πάνω σ’ έναν τοίχοΧαλίκια... τοίχο. Άλλη πιθανή μετ.: «Ξύλινες στήλες τοποθετημένες σε ψηλό μέρος». δεν θ’ αντέξουν στον άνεμο· έτσι και μια δειλή καρδιά, σε λογισμούς ανόητους που στηρίζεται, στον όποιο φόβο δεν θ’ αντέξει.
19 Όποιος χτυπά ένα μάτι, κάνει να χυθούν δάκρυα· κι όποιος χτυπάει μια καρδιά, κάνει ν’ αναφανούν τα αισθήματά της. 20 Όποιος πετροβολάει τα πουλιά τα φευγατίζει κι όποιος το φίλο του επικρίνει, θα καταστρέψει τη φιλία του. 21,22 Αν λογομάχησες με κάποιον φίλο σου, ακόμη κι αν μαχαίρι τράβηξες να τον χτυπήσεις, μην απελπίζεσαι, υπάρχει επανόρθωση· η συμφιλίωση είναι δυνατή. Αν όμως πρόκειται για εμπαιγμό και έπαρση, για προδοσία μυστικών ή πλήγμα ύπουλο, σ’ αυτές τις περιπτώσεις όποιος φίλος και να ’ναι θα φύγει μακριά.
23 Κέρδιζε την εμπιστοσύνη του πλησίον σου όταν είναι σε φτώχεια, ώστε μαζί του ν’ απολαύσεις τ’ αγαθά του όταν ευημερεί. Τον καιρό της δοκιμασίας μείνε του πιστός, ώστε την ευτυχία του να μοιραστείς μαζί του.
24 Όπως οι ατμοί απ’ το καμίνι κι ο καπνός έρχονται πριν απ’ τη φωτιά, έτσι κι οι προσβολές πριν απ’ το αιματοκύλισμα.
25 Δε θα ντραπώ να προστατέψω έναν φίλο μου και δε θα τρέξω να κρυφτώ από μπροστά του· 26 κι αν μου συμβεί κάποιο κακό εξαιτίας του, όποιος τ’ ακούσει θα φυλάγεται απ’ αυτόν.
27 Ποιος θα μου βάλει ένα φρουρό στο στόμα μου και τη σφραγίδα της διάκρισης στα χείλη μου, ώστε να μην πέσω στην αμαρτία εξαιτίας τους κι από τη γλώσσα μου καταστραφώ;
1 A slothful man is compared to a filthy stone, and every one will hiss him out to his disgrace.
2 A slothful man is compared to the filth of a dunghill: every man that takes it up will shake his hand.
3 An evilnurtured man is the dishonour of his father that begat him: and a foolish daughter is born to his loss.
4 A wise daughter shall bring an inheritance to her husband: but she that liveth dishonestly is her father’s heaviness.
5 She that is bold dishonoureth both her father and her husband, but they both shall despise her.
6 A tale out of season is as musick in mourning: but stripes and correction of wisdom are never out of time.
7 Whoso teacheth a fool is as one that glueth a potsherd together, and as he that waketh one from a sound sleep.
8 He that telleth a tale to a fool speaketh to one in a slumber: when he hath told his tale, he will say, What is the matter?
9 If children live honestly, and have wherewithal, they shall cover the baseness of their parents.
10 But children, being haughty, through disdain and want of nurture do stain the nobility of their kindred.
11 Weep for the dead, for he hath lost the light: and weep for the fool, for he wanteth understanding: make little weeping for the dead, for he is at rest: but the life of the fool is worse than death.
12 Seven days do men mourn for him that is dead; but for a fool and an ungodly man all the days of his life.
13 Talk not much with a fool, and go not to him that hath no understanding: beware of him, lest thou have trouble, and thou shalt never be defiled with his fooleries: depart from him, and thou shalt find rest, and never be disquieted with madness.
14 What is heavier than lead? and what is the name thereof, but a fool?
15 Sand, and salt, and a mass of iron, is easier to bear, than a man without understanding.
16 As timber girt and bound together in a building cannot be loosed with shaking: so the heart that is stablished by advised counsel shall fear at no time.
17 A heart settled upon a thought of understanding is as a fair plaistering on the wall of a gallery.
18 Pales set on an high place will never stand against the wind: so a fearful heart in the imagination of a fool cannot stand against any fear.
19 He that pricketh the eye will make tears to fall: and he that pricketh the heart maketh it to shew her knowledge.
20 Whoso casteth a stone at the birds frayeth them away: and he that upbraideth his friend breaketh friendship.
21 Though thou drewest a sword at thy friend, yet despair not: for there may be a returning to favour.
22 If thou hast opened thy mouth against thy friend, fear not; for there may be a reconciliation: except for upbraiding, or pride, or disclosing of secrets, or a treacherous wound: for for these things every friend will depart.
23 Be faithful to thy neighbour in his poverty, that thou mayest rejoice in his prosperity: abide stedfast unto him in the time of his trouble, that thou mayest be heir with him in his heritage: for a mean estate is not always to be contemned: nor the rich that is foolish to be had in admiration.
24 As the vapour and smoke of a furnace goeth before the fire; so reviling before blood.
25 I will not be ashamed to defend a friend; neither will I hide myself from him.
26 And if any evil happen unto me by him, every one that heareth it will beware of him.
27 Who shall set a watch before my mouth, and a seal of wisdom upon my lips, that I fall not suddenly by them, and that my tongue destroy me not?
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.