1 Αυτός που εκδικιέται θα δοκιμάσει του Κυρίου την εκδίκηση, που με ακρίβεια καταγράφει τις αμαρτίες του. 2 Συχώρα τον πλησίον σου για ό,τι κακό σου έκανε· και τότε, όταν προσευχηθείς, οι αμαρτίες σου θα συγχωρηθούν. 3 Άνθρωπος σ’ άνθρωπο ενάντια κρατάει οργή, κι από τον Κύριο ζητάει συχώρεση; 4 Για έναν όμοιο του άνθρωπο δεν έχει έλεος· πώς το ζητάει για τις δικές του αμαρτίες; 5 Αυτός, αν κι είναι άνθρωπος, μνησικακεί· ποιος θα του συγχωρήσει τις δικές του αμαρτίες; 6 Σκέψου τα τελευταία σου και πάψε να μισείς· τη φθορά και το θάνατο στοχάσου και τήρησε τις εντολές. 7 Να θυμάσαι τις εντολές και μην κρατάς κακία στο διπλανό σου ενάντια· τη διαθήκη να θυμάσαι του Υψίστου, κι αν κάποιος αμαρτήσει από άγνοια, παράβλεψέ το.
8 Μένε μακριά από φιλονικίες κι έτσι τις αμαρτίες θ’ αποφύγεις· ο άνθρωπος που αρπάζεται θα ξεσηκώσει τσακωμούς. 9 Ο αμαρτωλός φέρνει αναστάτωση ανάμεσα σε φίλους· κι ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν ειρηνικά, σπέρνει ζιζάνια. 10 Ανάλογα με των καυσίμων την ποσότητα θα διαρκεί η φωτιά, κι ανάλογος με του ανθρώπου την ισχύ θα είναι ο θυμός του· σύμφωνα με τα πλούτη του η οργή του θα φουντώνει, κι όσο η φιλονικία θα δυναμώνει, τόσο και πιο πολύ η φωτιά θ’ απλώνεται. 11 Μια φιλονικία απρόσμενη ανάβει τη φωτιά, και μια διαμάχη αλόγιστη φτάνει ως και την αιματοχυσία. 12 Τη σπίθα αν φυσάς θ’ ανάψει κι αν φτύσεις πάνω της θα σβήσει· και τα δυο βγαίνουν απ’ το στόμα σου.
13 Μακριά από τον φιλοκατήγορο και τον διπρόσωπο, γιατί αυτοί κατέστρεψαν πολλούς που ζούσαν με ειρήνη μεταξύ τους. 14 Των τρίτων οι κουβέντες πολλούς ανθρώπους τούς συγκλόνισαν, τους σκόρπισαν απ’ το ’να στο άλλο έθνος, κατέστρεψαν οχυρωμένες πόλεις κι ανέτρεψαν τα σπίτια ανθρώπων ισχυρών. 15 Των τρίτων οι κουβέντες έκαναν να διωχτούν από τα σπίτια τους ενάρετες γυναίκες, κι απ’ τους καρπούς των κόπων τους τις στέρησαν. 16 Όποιος σε τέτοια δίνει σημασία, δε θα ’βρει ανάπαυση ούτε ήσυχα θα ζήσει. 17 Το χτύπημα με το μαστίγιο προκαλεί πληγές, το χτύπημα όμως με τη γλώσσα τσακίζει κόκαλα. 18 Πολλοί σκοτώθηκαν από σπαθί κι ωστόσο είναι λιγότεροι από κείνους, που εξαιτίας της γλώσσας πέθαναν. 19 Είν’ ευτυχής εκείνος που απ’ αυτήν φυλάχτηκε, που δεν έμεινε εκτεθειμένος στο θυμό της, που δε σήκωσε το ζυγό της, και τα δεσμά της δεν τον έδεσαν. 20 Γιατί ο ζυγός της είναι σιδερένιος και τα δεσμά της από ορείχαλκο. 21 Ο θάνατος που η γλώσσα προκαλεί, είναι θάνατος φοβερός· προτιμότερος είναι απ’ αυτήν ο άδης.
22 Η γλώσσα δεν πρόκειται να εξουσιάσει τους ευσεβείς· κι εκείνοι πάλι δε θα καούν στη φλόγα της. 23 Όσοι εγκαταλείπουνε τον Κύριο, θα γίνουν θύματά της γλώσσας τους· αυτή θα καίει ανάμεσά τους και δε θα σβήνει· πάνω τους θα ριχτεί σαν το λιοντάρι, και σαν τη λεοπάρδαλη θα τους κατασπαράξει. 24,25 Όπως φράζεις το κτήμα σου με αγκάθια, έτσι φτιάξε και για το στόμα σου πόρτα κι αμπάρα. Κι όπως δένεις σφιχτά, προσεχτικά, το ασήμι σου και το χρυσάφι, το ίδιο πρόσεχε και ζύγιζε και μέτρα το καθετί που λες. 26 Πρόσεχε να μη σφάλεις με τη γλώσσα σου, μήπως τύχει και πέσεις πάνω σ’ αυτόν που την παγίδα σού έστησε.
1 He that revengeth shall find vengeance from the Lord, and he will surely keep his sins in remembrance.
2 Forgive thy neighbour the hurt that he hath done unto thee, so shall thy sins also be forgiven when thou prayest.
3 One man beareth hatred against another, and doth he seek pardon from the Lord?
4 He sheweth no mercy to a man, which is like himself: and doth he ask forgiveness of his own sins?
5 If he that is but flesh nourish hatred, who will intreat for pardon of his sins?
6 Remember thy end, and let enmity cease; remember corruption and death, and abide in the commandments.
7 Remember the commandments, and bear no malice to thy neighbour: remember the covenant of the Highest, and wink at ignorance.
8 Abstain from strife, and thou shalt diminish thy sins: for a furious man will kindle strife,
9 A sinful man disquieteth friends, and maketh debate among them that be at peace.
10 As the matter of the fire is, so it burneth: and as a man’s strength is, so is his wrath; and according to his riches his anger riseth; and the stronger they are which contend, the more they will be inflamed.
11 An hasty contention kindleth a fire: and an hasty fighting sheddeth blood.
12 If thou blow the spark, it shall burn: if thou spit upon it, it shall be quenched: and both these come out of thy mouth.
13 Curse the whisperer and doubletongued: for such have destroyed many that were at peace.
14 A backbiting tongue hath disquieted many, and driven them from nation to nation: strong cities hath it pulled down, and overthrown the houses of great men.
15 A backbiting tongue hath cast out virtuous women, and deprived them of their labours.
16 Whoso hearkeneth unto it shall never find rest, and never dwell quietly.
17 The stroke of the whip maketh marks in the flesh: but the stroke of the tongue breaketh the bones.
18 Many have fallen by the edge of the sword: but not so many as have fallen by the tongue.
19 Well is he that is defended through the venom thereof; who hath not drawn the yoke thereof, nor hath been bound in her bands.
20 For the yoke thereof is a yoke of iron, and the bands thereof are bands of brass.
21 The death thereof is an evil death, the grave were better than it.
22 It shall not have rule over them that fear God, neither shall they be burned with the flame thereof.
23 Such as forsake the Lord shall fall into it; and it shall burn in them, and not be quenched; it shall be sent upon them as a lion, and devour them as a leopard.
24 Look that thou hedge thy possession about with thorns, and bind up thy silver and gold,
25 And weigh thy words in a balance, and make a door and bar for thy mouth.
26 Beware thou slide not by it, lest thou fall before him that lieth in wait.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.