1 Πόσο λαμπρός είναι ο ουρανός σαν τον κοιτάζεις!
Πόση μεγαλοπρέπεια στα ύψη τα διαυγή του στερεώματος!
Τι θέαμα μέσα στη δόξα του ο ουρανός!
2 Ο ήλιος το διακηρύττει καθώς ανατέλλει:
Τι πράγμα θαυμαστό έφτιαξε ο Ύψιστος!
3 Όταν μεσουρανεί, ξηραίνει την επιφάνεια της γης·
και ποιος μπορεί ν’ αντισταθεί
στη λάβρα της φωτιάς του;
4 Για κείνα τα έργα που χρειάζονται φωτιά
θα πρέπει να πυρώσει το καμίνι·
ο ήλιος όμως καίει τα βουνά
τρεις φορές περισσότερο·
ατμούς εκπνέει πύρινους,
οι φλογερές ακτίνες του τυφλώνουνε τα μάτια.
5 Μεγάλος είναι ο Κύριος που τον έφτιασε,
και με την προσταγή του
τη γοργή κατευθύνει πορεία του.
6 Και το φεγγάρι πάντα στον καιρό του,
σημάδι αιώνιο των εποχών.
7 Απ’ το φεγγάρι ορίζεται των εορτών ο χρόνος·
ουράνιο σώμα είναι, που αφού γίνει πανσέληνος,
έπειτα αρχίζει πάλι και μικραίνει.
8 Ο μήνας παίρνει τ’ όνομά του απ’ αυτό·Στην ανατολή οι Ιουδαίοι και οι Μουσουλμάνοι μετρούν τους μήνες με βάση τη σελήνη.
πόσο είναι ωραίο όταν αλλάζει
κι όταν ξανά γεμίζει απ’ την αρχή!
Στιλπνή σημαία των ουράνιων στρατευμάτων,
που λάμπει στο στερέωμα.
9 Είν’ η ομορφάδα του ουρανού των αστεριών η λάμψη,
στολίδι, που στα ύψη του Κυρίου σκορπίζει φως.
10 Με του Κυρίου την προσταγή στέκουν στις ορισμένες θέσεις τους
και δεν εγκαταλείπουν τις σκοπιές τους.
11 Κοίτα το ουράνιο τόξο και ύμνησε αυτόν που το ’φτιαξε,
θαυμαστά ωραίο μες στο απαύγασμά του.
12 Τον ουρανό κυκλώνει με τη λαμπρή αψίδα του·
τα χέρια του Υψίστου το τεντώσαν.
13 Μ’ ένα του πρόσταγμα, ορμητικά πέφτει το χιόνι,
και ξαμολιούνται οι κεραυνοί
στην κρίση του υπακούοντας.
14 Έτσι ανοίγονται τ’ αμπάρια τ’ ουρανού
και φεύγουν και πετούν σαν τα πουλιά τα σύννεφα.
15 Με τη μεγαλοσύνη του ο Ύψιστος
τα σύννεφα πετρώνει
κι ύστερα τρίβονται σε χαλαζόλιθους.
16,17 Του κεραυνού του η βροντή κάνει τη γη να κοιλοπονάει.
Στην όψη του ταρακουνιούνται τα βουνά.
Με τη δική του θέληση φυσάει ο νότιος άνεμος,
όπως κι η καταιγίδα απ’ το βορρά κι ο ανεμοστρόβιλος.
18 Σαν τα πουλιά που χαμηλοπετούν, το χιόνι πασπαλίζει,
και πέφτουν οι νυφάδες σαν τις ακρίδες
που ορμούν και κάθονται·
το μάτι στέκει και θαυμάζει την ομορφιά που ’χει η ασπράδα του,
και με το αργό του πέσιμο έκπληκτο μένει το μυαλό.
19 Ρίχνει ο Θεός την πάχνη καθώς το αλάτι πάνω στη γη·
κι όταν παγώσει γίνεται σαν άκριες απ’ αγκάθια.
20 Φυσάει άνεμος ψυχρός απ’ το βορρά
και πάνω στο νερό ο πάγος κρουσταλλιάζει·
πάνω σε κάθε ακίνητο νερό απλώνεται,
και τον φοράει σαν θώρακά του το νερό.
21 Θα διαβρώσει τα βουνά, την έρημο θα κάψει,
και θα ξεράνει το χορτάρι σαν φωτιά.
22 Γρήγορα όλα τα γιατρεύει η ομίχλη,
κι ύστερα από τον καύσωνα φέρνει ανακούφιση η δροσιά.
23 Σύμφωνα με το σχέδιό του ο Θεός
υπέταξε την άβυσσο της θάλασσας,
και φύτεψε σ’ αυτήν νησιά.
24 Όσοι διασχίζουνε τη θάλασσα,
για τους κινδύνους της μιλούν,
κι εμείς θαυμάζουμε όταν τους ακούμε.
25 Βρίσκονται εκεί παράξενα πλάσματα, θαυμαστά,
τα ζωντανά κάθε λογής και τα μεγάλα κήτη.
26 Χάρη στον Κύριο ο αγγελιοφόρος του
φέρνει σε πέρας το έργο του·
σύμφωνα με το λόγο του όλα διευθετούνται.
27 Κι άλλα πολλά μπορούσαμε να πούμε δίχως τελειωμό·
και η κατάληξη των όσων είπαμε:
Αυτός είναι το παν.
28 Πού θα βρούμε τη δύναμη να τον δοξολογήσουμε;
Πραγματικά, αυτός είν’ ο Μεγάλος
κι όλα τα έργα του τα ξεπερνά.
29 Ο Κύριος είναι φοβερός, ασύγκριτα μεγάλος,
κι είναι η δύναμή του θαυμαστή.
30 Δοξολογήστε τον Κύριο,
όσο μπορείτε υμνήστε τον!
Αυτός και πάλι θα υπερέχει.
Και για να τον υμνήσετε βάλτε όλη σας τη δύναμη·
αλλά και μην κουράζεστε,
γιατί δεν είναι δυνατό να τον δοξολογήσετε
όσο του πρέπει.
31 Ποιος τον είδε ποτέ για να μπορέσει να τον περιγράψει;
Και ποιος μπορεί επάξια να ψάλει τη μεγαλοσύνη του;
32 Πολλά είν’ ακόμη τ’ άγνωστα, και μεγαλύτερα από τούτα·
γιατί απ’ τα έργα του λίγα έχουμε δει.
33 Πραγματικά, ο Κύριος τα πάντα δημιούργησε,
και σ’ αυτούς που τον σέβονται χάρισε τη σοφία.
1 The pride of the height, the clear firmament, the beauty of heaven, with his glorious shew;
2 The sun when it appeareth, declaring at his rising a marvellous instrument, the work of the most High:
3 At noon it parcheth the country, and who can abide the burning heat thereof?
4 A man blowing a furnace is in works of heat, but the sun burneth the mountains three times more; breathing out fiery vapours, and sending forth bright beams, it dimmeth the eyes.
5 Great is the Lord that made it; and at his commandment runneth hastily.
6 He made the moon also to serve in her season for a declaration of times, and a sign of the world.
7 From the moon is the sign of feasts, a light that decreaseth in her perfection.
8 The month is called after her name, increasing wonderfully in her changing, being an instrument of the armies above, shining in the firmament of heaven;
9 The beauty of heaven, the glory of the stars, an ornament giving light in the highest places of the Lord.
10 At the commandment of the Holy One they will stand in their order, and never faint in their watches.
11 Look upon the rainbow, and praise him that made it; very beautiful it is in the brightness thereof.
12 It compasseth the heaven about with a glorious circle, and the hands of the most High have bended it.
13 By his commandment he maketh the snow to fall aplace, and sendeth swiftly the lightnings of his judgment.
14 Through this the treasures are opened: and clouds fly forth as fowls.
15 By his great power he maketh the clouds firm, and the hailstones are broken small.
16 At his sight the mountains are shaken, and at his will the south wind bloweth.
17 The noise of the thunder maketh the earth to tremble: so doth the northern storm and the whirlwind: as birds flying he scattereth the snow, and the falling down thereof is as the lighting of grasshoppers:
18 The eye marvelleth at the beauty of the whiteness thereof, and the heart is astonished at the raining of it.
19 The hoarfrost also as salt he poureth on the earth, and being congealed, it lieth on the top of sharp stakes.
20 When the cold north wind bloweth, and the water is congealed into ice, it abideth upon every gathering together of water, and clotheth the water as with a breastplate.
21 It devoureth the mountains, and burneth the wilderness, and consumeth the grass as fire.
22 A present remedy of all is a mist coming speedily, a dew coming after heat refresheth.
23 By his counsel he appeaseth the deep, and planteth islands therein.
24 They that sail on the sea tell of the danger thereof; and when we hear it with our ears, we marvel thereat.
25 For therein be strange and wondrous works, variety of all kinds of beasts and whales created.
26 By him the end of them hath prosperous success, and by his word all things consist.
27 We may speak much, and yet come short: wherefore in sum, he is all.
28 How shall we be able to magnify him? for he is great above all his works.
29 The Lord is terrible and very great, and marvellous is his power.
30 When ye glorify the Lord, exalt him as much as ye can; for even yet will he far exceed: and when ye exalt him, put forth all your strength, and be not weary; for ye can never go far enough.
31 Who hath seen him, that he might tell us? and who can magnify him as he is?
32 There are yet hid greater things than these be, for we have seen but a few of his works.
33 For the Lord hath made all things; and to the godly hath he given wisdom.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.