1 Όποιος το γιο του αγαπάει, τον τιμωρεί συχνά, για να μπορεί στα τελευταία του να χαίρεται για κείνον. 2 Αυτός που δίνει αγωγή καλή στο γιο του, θα πάρει απ’ αυτόν χαρά και θα περηφανεύεται γι’ αυτόν ανάμεσα στις γνωριμίες του. 3 Αυτός που νουθετεί το γιο του, θα κάνει τον εχθρό του να ζηλέψει, και θα καμαρώνει γι’ αυτόν μπροστά στους φίλους του. 4 Αν πέθανε ο πατέρας του, είναι σαν να μην πέθανε· γιατί άφησε πίσω του ένα γιο που του μοιάζει. 5 Όσο ζούσε τον έβλεπε και χαιρότανε, μπροστά στο θάνατο δεν είχε λύπη. 6 Αφήνει πίσω κάποιον που θα πάρει απ’ τους εχθρούς του εκδίκηση, και στους φίλους του την καλοσύνη τους θ’ ανταποδώσει.
7 Το γιο του όποιος τον κακομαθαίνει, θα φτάσει να του δένει τις πληγές· στην κάθε του κραυγή θα τρέμουνε τα φυλλοκάρδια του. 8 Το άλογο που δε δαμάστηκε, γίνεται δύστροπο· κι ο γιος που στον εαυτό του αφέθηκε, θα γίνει αυθάδης. 9 Παραχάιδεψε το παιδί σου και θα σε τρομάξει· παίξε μαζί του και θα σε κάνει να λυπηθείς. 10 Μαζί του μη γελάσεις, για να μην υποφέρεις μαζί μ’ αυτό και τέλος φτάσεις τα δόντια σου να τρίζεις. 11 Ελευθερίες μην του αφήνεις όσο είναι μικρό [και μην κλείνεις τα μάτια μπρος στα λάθη του. 12 Λύγισέ του τον τράχηλο στα νιάτα του] και μαύρισέ του τα πλευρά όσο είναι μικρό, μήπως και τύχει δύστροπο και δε σ’ ακούει. 13 Το γιο σου παιδαγώγησε και κόπιασε γι’ αυτόν, για να μην έχεις να υποφέρεις απ’ την αδιαντροπιά του.
14 Καλύτερα ένας φτωχός, γερός και δυνατός, παρά ένας πλούσιος μ’ αρρωστημένο σώμα. 15 Υγεία κι ευρωστία αξίζουν πιο πολύ απ’ όλο το χρυσάφι, και το ρωμαλέο σώμα αξίζει πιο πολύ από αγαθά αμύθητα. 16 Πλούτος καλύτερος απ’ την υγεία δεν υπάρχει· ούτε ευτυχία πιο μεγάλη απ’ τη χαρούμενη καρδιά. 17 Καλύτερος ο θάνατος από ζωή δυστυχισμένη, ο ύπνος ο αιώνιος από μια χρόνια αρρώστια. 18 Τ’ άφθονα φαγητά μπροστά σε κάποιον άρρωστο που δεν μπορεί να φάει, μοιάζουν με προσφορές τροφής πάνω σε τάφο.με προσφορές... τάφο. Αναφορά σε ελληνικό έθιμο (πρβλ. ΕπΙερ 26). 19 Τι ωφελεί η προσφορά τροφής μπρος σ’ ένα είδωλο; Ούτε να φάει μπορεί ούτε να οσφρανθεί· το ίδιο είναι κι αυτός, που ο Κύριος τον τιμωρεί με αρρώστια. 20 Βλέπουν τα μάτια του κι αναστενάζει, σαν τον ευνούχο που εναγκαλίζεται παρθένα και βογγά.
21 Στη λύπη μην αφήνεσαι και μην εγκαταλείπεσαι σε σκέψεις μελαγχολικές. 22 Η χαρά της καρδιάς κι η ευχαρίστηση μακραίνουν τη ζωή, κι άξια την κάνουν να τη ζει ο άνθρωπος. 23 Αγάπα τη ζωή σου, δίνε στην καρδιά σου παρηγοριά και διώχνε μακριά τη λύπη από πάνω σου· γιατί πολλούς αφάνισε η λύπη κι είναι εντελώς ανώφελη. 24 Η ζήλεια κι ο θυμός μικραίνουν τη ζωή, κι οι έγνοιες πρόωρα τον άνθρωπο γερνάνε. 25 Ένας χαρούμενος άνθρωπος διαλέγει με φροντίδα την τροφή του και την απολαμβάνει.
1 He that loveth his son causeth him oft to feel the rod, that he may have joy of him in the end.
2 He that chastiseth his son shall have joy in him, and shall rejoice of him among his acquaintance.
3 He that teacheth his son grieveth the enemy: and before his friends he shall rejoice of him.
4 Though his father die, yet he is as though he were not dead: for he hath left one behind him that is like himself.
5 While he lived, he saw and rejoiced in him: and when he died, he was not sorrowful.
6 He left behind him an avenger against his enemies, and one that shall requite kindness to his friends.
7 He that maketh too much of his son shall bind up his wounds; and his bowels will be troubled at every cry.
8 An horse not broken becometh headstrong: and a child left to himself will be wilful.
9 Cocker thy child, and he shall make thee afraid: play with him, and he will bring thee to heaviness.
10 Laugh not with him, lest thou have sorrow with him, and lest thou gnash thy teeth in the end.
11 Give him no liberty in his youth, and wink not at his follies.
12 Bow down his neck while he is young, and beat him on the sides while he is a child, lest he wax stubborn, and be disobedient unto thee, and so bring sorrow to thine heart.
13 Chastise thy son, and hold him to labour, lest his lewd behaviour be an offence unto thee.
14 Better is the poor, being sound and strong of constitution, than a rich man that is afflicted in his body.
15 Health and good estate of body are above all gold, and a strong body above infinite wealth.
16 There is no riches above a sound body, and no joy above the joy of the heart.
17 Death is better than a bitter life or continual sickness.
18 Delicates poured upon a mouth shut up are as messes of meat set upon a grave.
19 What good doeth the offering unto an idol? for neither can it eat nor smell: so is he that is persecuted of the Lord.
20 He seeth with his eyes and groaneth, as an eunuch that embraceth a virgin and sigheth.
21 Give not over thy mind to heaviness, and afflict not thyself in thine own counsel.
22 The gladness of the heart is the life of man, and the joyfulness of a man prolongeth his days.
23 Love thine own soul, and comfort thy heart, remove sorrow far from thee: for sorrow hath killed many, and there is no profit therein.
24 Envy and wrath shorten the life, and carefulness bringeth age before the time.
25 A cheerful and good heart will have a care of his meat and diet.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.