Ο δούλος του Κυρίου φέρνει ελευθερία και ειρήνη
1 Ο Κύριος λέει: «Να ο δούλος μου που τον υποστηρίζω, ο εκλεκτός μου που έχει όλη μου την εύνοια· του έδωσα το Πνεύμα μου· θα φέρει στα έθνη δικαιοσύνη. 2 Δε θα κραυγάζει ούτε θα υψώνει τη φωνή, ούτε και θα βροντολαλεί στους δρόμους. 3 Καλάμι τσακισμένο δεν θα το συντρίψει, λυχνάρι που καπνίζει δεν θα το σβήσει· πραγματική θα φέρει σ’ όλους δικαιοσύνη. 4 Αυτός δεν θα δειλιάσει ούτε θα εξασθενήσει, ωσότου εγκαταστήσει στη γη τη δικαιοσύνη· κι οι μακρινές οι χώρες θα περιμένουνε το νόμο του».
Ο Θεός του Ισραήλ προσκαλεί το βασιλιά των Περσών
5 Αυτά λέει ο Θεός, ο Κύριος, που δημιούργησε και άπλωσε τους ουρανούς, που στέριωσε τη γη κι ό,τι απ’ αυτήν παράγεται, ζωή που ’δωσε και πνοή σε όλους τους λαούς, σ’ όλους αυτούς που πάνω της κινούνται:
6 «Εγώ, ο Κύριος, σε κάλεσα σύμφωνα με το σχέδιό μου και σε υποστήριξα, σε φύλαξα και σ’ έκανα εγγυητή της διαθήκης μου με τους ανθρώπους. Φως των εθνών σε έκανα, 7 τα μάτια για ν’ ανοίξεις των τυφλών, τους αιχμαλώτους από τα δεσμά να ελευθερώσεις, κι αυτούς που κατοικούν στα σκότη απ’ την υπόγεια φυλακή. 8 Εγώ είμαι ο Κύριος, αυτό είναι τ’ όνομά μου. Τη δόξα μου δεν θα τη δώσω σε άλλον, ούτε τη φήμη μου στα είδωλα. 9 Οι εξαγγελίες οι παλιές εκπληρωθήκαν, καινούριες αναγγέλλω τώρα· όσα είναι να γίνουν σας τα αναγγέλλω από πριν».
Δοξολογία για την απελευθέρωση με τη δύναμη του Κυρίου
10 Ψάλτε στον Κύριο καινούριο τραγούδι, ψάλτε τη δόξα του από τα πέρατα της γης! Ας τον υμνεί η θάλασσα κι όλοι όσοι ταξιδεύουνε σ’ αυτήν, οι μακρινές οι χώρες κι όλοι οι κάτοικοί τους. 11 Ύμνο ας υψώσουν στο Θεό, η έρημος κι οι πολιτείες της και τα χωριά όπου κατοικεί ο λαός του Κηδάρ· ας ψάλουν της ΣελάΣελά. Πρόκειται πιθανότατα για την πρωτεύουσα των Ναβαταίων, την Πέτρα, στο κέντρο της βραχώδους ερήμου Αραβά (νότια της Νεκράς Θάλασσας). οι κάτοικοι· ας στείλουνε φωνές χαράς απ’ τις βουνοκορφές. 12 Τον Κύριο ας δοξάσουν και δυνατά ας τον υμνήσουν αυτοί που κατοικούν σε χώρες μακρινές.
13 Ο Κύριος σαν ήρωας πλησιάζει, με ορμή πολεμιστή, το σύνθημα της μάχης φωνάζει, βγάζει πολεμική κραυγή, υπερισχύει απέναντι στους αντιπάλους του.
14 Ο Κύριος λέει: «Πολύν καιρό έχω που σωπαίνω· άπραγος έμεινα και συγκρατήθηκα. Μα τώρα θα φωνάξω σαν τη γυναίκα που γεννάει, θ’ αναστενάξω κι η ανάσα μου βαριά θα βγει. 15 Θα ερημώσω λόφους και βουνά κι όλη τη χλόη τους θα την ξεράνω· θα κάνω τα ποτάμια να γίνουν έρημοι, τις λίμνες θα αποξηράνω. 16 Θα φέρω τους τυφλούς σε δρόμο που δε γνώριζαν, σ’ άγνωστα θα τους οδηγήσω μονοπάτια· θα κάνω το σκοτάδι φως να γενεί μπροστά τους κι οι δρόμοι οι κακοτράχαλοι, καλοστρωμένοι. Αυτά τα σχέδια θα τα εκτελέσω εγώ και τίποτα δε θα παραλειφθεί.
17 »Θα οπισθοχωρήσουν, όμως, θα ντροπιαστούν όσοι στηρίζονται στα είδωλα και λέν’ στα σκαλιστά αγάλματα: "εσείς είστε οι θεοί μας"».
Απείθεια του Ισραήλ
18 «Κουφοί, ακούστε», λέει ο Κύριος, «και τυφλοί τα μάτια σας ανοίξτε για να δείτε. 19 Υπάρχει τάχα άλλος τυφλός εκτός από σένα, που σε διάλεξα να είσαι δούλος μου;δούλος μου. Εδώ υπονοείται ολόκληρος ο λαός Ισραήλ. Υπάρχει τάχα άλλος κουφός εκτός από σένα, που είσαι ο αγγελιοφόρος μου; Κανείς δεν είν’ τόσο τυφλός, όσο ο απεσταλμένος μου· κανείς τόσο κουφός, όσο ο δούλος μου. 20 Πολλά είδατε, μα σημασία δεν τους δώσατε· τ’ αυτιά σας τα ’χετε ανοιχτά, μα δεν ακούτε. 21 Εγώ ο Κύριος, πιστός στις υποσχέσεις μου, σας έδωσα έναν ένδοξο μεγαλειώδη νόμο. 22 Εσείς όμως είστε λαός που σας λεηλάτησαν και που σας γύμνωσαν· όλοι σας παγιδευμένοι είστε στα σπήλαια και μες στις φυλακές κλεισμένοι· σας λεηλατούν χωρίς κανείς να σας γλιτώνει, αρπάζουν τ’ αγαθά σας χωρίς κανείς πίσω να τα ζητά. 23 Ποιος από σας δίνει πια προσοχή σ’ αυτά; Ποιος από ’δω κι εμπρός θ’ ακούει μ’ ενδιαφέρον για το μέλλον;»
24 Ποιος στους ληστές παρέδωσε τον Ιακώβ, στους άρπαγες τον Ισραήλ; Δεν είν’ ο Κύριος, που απέναντί του αμαρτήσαμε; Δε θέλησαν ν’ ακολουθήσουνε το δρόμο του ούτε στο νόμο του υπακούσαν. 25 Γι’ αυτό έριξε απάνω τους τη φοβερή οργή του και του πολέμου την άγρια μάνητα· φλόγες τους περικύκλωσαν θανάτου, μα αυτοί το τι γινόταν δεν κατάλαβαν· σχεδόν τους αποτέφρωσε, μα αυτοί κανένα μάθημα δεν πήραν.
神的仆人
1 看哪!这是我的仆人,我扶持他;
我所拣选的,我的心喜悦他;
我已经把我的灵赐给他,
他必把公理带给万国。
2 他不呼喊,也不扬声,
也不叫人在街上听见他的声音。
3 压伤的芦苇,他不折断;
将熄灭的灯火,他不吹灭;
他忠实地传出公理。
4 他不灰心,也不沮丧,
直到他在地上设立公理,
众海岛的人都等候他的教训。
5 那创造诸天,展开穹苍,
铺张大地和大地所出的一切,
赐气息给地上的众人,
又赐灵性给在地上行的人的
耶和华 神这样说:
6 "我耶和华凭着公义呼召了你;
我必紧拉着你的手,我必保护你,
立你作人民的约,作列国的光,
7 为要开瞎子的眼,
领被囚的出牢狱,
领住在黑暗中的出监牢。
8 我是耶和华,这是我的名;
我必不把我的荣耀归给别人,
也不把我当受的称赞归给雕刻的偶像。
9 看哪!先前预言过的事已经成就了,
现在我说明新的事;
它们还没有发生以前,我就先说给你们听了。"
颂赞 神之歌
10 所有航海的和海中所充满的,
众海岛和其上的居民哪!
你们都要向耶和华唱新歌,
从地极向他发出赞美。
11 愿旷野和其中的城镇都扬声;
愿基达人居住的村庄都高呼;
愿西拉的居民都欢呼,
在山顶上吶喊。
12 愿他们把荣耀归给耶和华,
在众海岛中宣扬对他的颂赞。
13 耶和华必像勇士出战,
必像战士激动热心;
他要呼喊,大声吶喊,
要向仇敌显出自己的威猛。
14 我已经很久缄默不言,
闭口不语,
但现在我要像待产的妇人一样呼喊,
我要急速地喘气。
15 我必使大山小山都变为荒场,
使一切草木都枯干;
我要使江河变为干地,
使水池干涸。
16 我必领瞎子走陌生的道,
带他们走他们不知道的路。
我必在他们面前使黑暗变为光明,
使弯曲的地方变为平直。
这些事我都要作,
决不放弃。
17 那些倚靠偶像,
对铸像说:
"你们是我们的神"的,
必被赶逐,全然蒙羞。
责民愚昧无知
18 聋子啊!你们要听。
瞎子啊!你们要留心去看。
19 有谁比我的仆人更瞎呢?
有谁比我差派的使者更聋呢?
有谁瞎眼像那与我立了和约的呢?
有谁瞎眼像耶和华的仆人呢?
20 你们看见了许多的事,却没有留心,
耳朵开着,却没有听见。
21 耶和华为自己公义的缘故,
喜欢使律法为大为尊。
22 但这人民是被抢劫和被掠夺的,
全都困陷在洞穴中,
被收藏在监牢里;
他们作了掠物,无人搭救;
他们成了掳物,无人说:"要归还!"
23 你们中间谁肯听这话呢?
谁肯从今以后留心听呢?
24 谁把雅各交出来给掠夺者?谁把以色列交给抢劫的呢?
岂不是耶和华,就是我们得罪的那位吗?
因为他们不肯遵行他的道,
也不肯听从他的律法。
25 因此,他把他猛烈的怒气和惨酷的战争,
倾倒在他身上;
这在他四周如火烧起来,
他还不知道;
把他烧着了,他也不放在心上。