1 Απ’ τη Σελά μέσ’ απ’ την έρημο στείλτε αγγελιοφόρους μ’ ένα αρνί για της χώρας τον άρχοντα,μ’ ένα αρνί... άρχοντα. Πιθανώς πρόκειται για δώρο του βασιλιά της Μωάβ προς το βασίλειο του Ιούδα, για να επιτύχει κάποια χάρη. στο όρος της Σιών. 2 Και να του πουν: «Σαν τα πουλιά, που ’ναι διωγμένα απ’ τη φωλιά τους και που πετούν εδώ κι εκεί, έτσι είναι και της Μωάβ οι κόρες στις διαβάσεις του Αρνών.Αρνών. Για πολλά χρόνια ο χείμαρρος αυτός αποτελούσε το φυσικό βόρειο σύνορο της Μωάβ.3 Συμβούλεψέ μας, αποφάσισε, άπλωσε τη σκιά σου μες στο καταμεσήμερο και σαν τη νύχτα σκέπασέ μας. Κάλυψε τους κυνηγημένους μας και μην προδίνεις τους φυγάδες. 4 Άφησε τους εκπατρισμένους της Μωάβ να βρουν κατάλυμα κοντά σου· γίνε τους καταφύγιο από τον εξολοθρευτή».
Τότε η καταπίεση θα πάψει, θα πάρει τέλος και η καταστροφή· εκείνος που τη χώρα δυναστεύει, θα εξαφανιστεί. 5 Τότε θα στηθεί θρόνος στεριωμένος στην πιστότητα, και θα καθίσει πάνω του ένας από τους απογόνους του Δαβίδ, ένας που θ’ αγαπά το δίκαιο και θα ’χει πάθος για τη δικαιοσύνη.
Η Ιερουσαλήμ δεν μπορεί να βοηθήσει τη Μωάβ
6 Ακούσαμε για την αλαζονεία της Μωάβ, μια αλαζονεία υπέρμετρη, για την υπεροψία της και για την έπαρσή της· οι κομπασμοί της όμως είναι μάταιοι. 7 Γι’ αυτό οι Μωαβίτες θρηνούν για τη Μωάβ· όλοι θρηνούν· στενάζουν όταν θυμούνται τις ωραίες σταφιδόπιτες της Κιρ-Χαρεσέθ, ολότελα απελπισμένοι.Για την Κιρ-Χαρεσέθ βλ. υποσ. εις κεφ. 15:1. – Για τις σταφιδόπιτες βλ. υποσ. εις Ωσ 3:1.
8 Τα λιβάδια της Εσεβών και τ’ αμπέλια της Σιβμά μαραίνονται. Οι άρχοντες των εθνών κατέστρεψαν τα κλήματα που έφταναν ώς την Ιαζήρ κι έμπαιναν μες στην έρημο, που τα κλαδιά τους είχαν απλωθεί κι έφταναν ως πέρα από τη Νεκρά Θάλασσα. 9 Γι’ αυτό θρηνώ τον αμπελώνα της Σιβμά, όπως θρηνώ την Ιαζήρ. Σας βρέχω με τα δάκρυά μου, Εσεβών και Ελεαλή· γιατί πάνω στους θερινούς καρπούς και στη σοδειά σας ξέσπασε των εχθρών σας η πολεμική κραυγή. 10 Χάθηκε η χαρά κι η αγαλλίαση απ’ τους αγρούς τους καρποφόρους, κι ούτε τραγούδια πια μέσα στ’ αμπέλια, ούτε χαρές· οι εργάτες δεν πατάνε πια στα πατητήρια τα σταφύλια, έπαψαν οι χαρούμενες φωνές.έπαψαν... φωνές, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «έπαψα τις χαρούμενες φωνές».
11 Γι’ αυτό η καρδιά μου τρέμει για τη Μωάβ σαν της κιθάρας τις χορδές, τα σωθικά μου τρέμουν για την Κιρ-Αρές.Κιρ-Αρές. Βλ. υποσ. εις κεφ. 15:1.12 Κοπιάζει άδικα ο Μωάβ να τρέχει στους ιερούς τόπους και στο ιερό του να πηγαίνει για να προσευχηθεί· δε θα πετύχει τίποτα.
13 Αυτά είχε πει από παλιά ο Κύριος ενάντια στη Μωάβ. 14 Να, όμως, τι εξαγγέλλει ο Κύριος, τώρα: «Σε τρία χρόνια ακριβώς, η δύναμη η μεγάλη της Μωάβ θα καταπέσει. Απ’ το μεγάλο πληθυσμό της μονάχα ένα υπόλοιπο θα μείνει· κι αυτό θα ’ναι πολύ μικρό κι ασήμαντο».
摩押的绝望
1 你们要把羊羔送给那地的掌权者,
从西拉经过旷野,送到锡安居民"居民"原文作"女子"的山。
2 摩押的居民在亚嫩渡口,
像游荡的飞鸟,又像被赶出巢窝的鸟儿。
3 "求你给我们献谋略,作裁判!
使你的影子在午间如同黑夜,
把被赶逐的人隐藏起来,不可出卖逃亡的人。
4 让摩押那些被赶逐的人与你同住,
求你作他们的隐密处,使他们脱离毁灭者的面。
勒索人的必要终止,毁灭人的也将止息,
欺压人的必从这地灭绝;
5 必有一个宝座在慈爱中建立;
必有一位凭信实坐在上面,就是在大卫的帐棚里;
他必施行审判,寻求公平,
并且迅速行公义。"
6 我们听说过摩押的骄傲,十分骄傲;
也听说过它的狂妄、骄傲和忿怒,
它那浮夸的话都是虚假。
7 因此,摩押人必哀哭,各人一同为摩押哀哭,
摩押人又要为吉珥.哈列设的葡萄饼哀叹忧伤。
摩押的哀歌
8 因为希实本的田地和西比玛的葡萄树都衰残了,
它们美好的枝子曾醉倒了列国的君主。
它的嫩枝直达雅谢,蔓延到旷野,
又向外伸展,越过盐海。
9 因此,我要为西比玛的葡萄树哀哭,像雅谢人的哀哭一样。
希实本和以利亚利啊!我要用眼泪浸透你;
因为有吶喊的声音临到你夏天的果子和你收割的庄稼。
10 欢喜快乐都从肥美的田地中被取去了;
葡萄园里必再没有歌唱,也没有欢呼;
踹酒的不能在榨酒池里踹出酒来;
我止息了欢呼的声音!
11 因此,我的心肠为摩押哀鸣,有如琴瑟;
我的肺腑也为吉珥.哈列设哀哭。
12 到那时,摩押人虽朝见他们的神,
虽在高处弄得疲乏不堪,
又到他们的圣所去祷告,
却总不得亨通。
13 以上是耶和华从前论到摩押所说的话。14 但现在耶和华宣告说:"三年之内,按照雇工的年数,摩押的荣耀和他所有的群众,都必被藐视;余下的人必稀少,微不足道。"