1 Clama em alta voz,
não te detenhas,
levanta a tua voz como a trombeta
e anuncia ao meu povo a sua transgressão,
e à casa
de Jacó os seus pecados.
2 Todavia me procuram cada dia,
tomam prazer
em saber os meus caminhos,
como um povo que pratica justiça,
e não deixa o direito do seu Deus;
perguntam-me
pelos direitos
da justiça,
e têm prazer
em se chegarem a Deus,
3 Dizendo: Por que jejuamos nós,
e tu não atentas
para isso? Por que afligimos as nossas almas,
e tu não o sabes?
Eis que no dia em
que jejuais achais o vosso próprio contentamento,
e requereis
todo o vosso
trabalho.
4 Eis que para contendas
e debates jejuais,
e para ferirdes com punho iníquo;
não jejueis como hoje,
para fazer ouvir a vossa voz
no alto.
5 Seria este o jejum que eu escolheria,
que o homem um dia aflija a sua alma,
que incline a sua cabeça
como o junco,
e estenda debaixo de si saco
e cinza? Chamarias tu a isto jejum
e dia aprazível
ao Senhor?
6 Porventura não é este o jejum
que escolhi,
que soltes as ligaduras
da impiedade,
que desfaças as ataduras
do jugo e que deixes livres os oprimidos,
e despedaces
todo o jugo?
7 Porventura não é também
que repartas o teu pão
com o faminto,
e recolhas em casa os pobres abandonados;
e, quando vires o nu,
o cubras,
e não te escondas
da tua carne?
8 Então romperá a tua luz
como a alva,
e a tua cura apressadamente brotará,
e a tua justiça irá adiante
de ti, e a glória
do Senhor será a tua retaguarda.
9 Então clamarás, e o Senhor te responderá;
gritarás, e ele dirá:
Eis-me aqui. Se tirares do meio de ti o jugo,
o estender do dedo, e o falar iniquamente;
10 E se abrires a tua alma
ao faminto,
e fartares a alma aflita;
então a tua luz nascerá
nas trevas,
e a tua escuridão será
como o
meio-dia.
11 E o Senhor te guiará continuamente,
e fartará a tua alma
em lugares áridos,
e fortificará os teus ossos;
e serás
como um jardim regado,
e como um manancial,
cujas águas
nunca faltam.
12 E os que
de ti procederem edificarão as antigas ruínas;
e levantarás os fundamentos
de geração em geração;
e chamar-te-ão reparador
das roturas,
e restaurador
de veredas
para morar.
13 Se desviares o teu pé do sábado,
de fazeres a tua vontade
no meu santo dia,
e chamares ao sábado deleitoso,
e o santo dia do Senhor,
digno de honra,
e o honrares
não seguindo os teus caminhos,
nem pretendendo fazer a tua própria vontade,
nem falares
as tuas próprias palavras,
14 Então te deleitarás no Senhor,
e te farei cavalgar
sobre as alturas da terra,
e te sustentarei
com a herança de teu pai Jacó;
porque a boca
do Senhor o disse.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
1 Ο Κύριος λέει: «Φώναξε δυνατά, μη συγκρατιέσαι! Βγάλε φωνή σαν σάλπιγγα και πες στο λαό μου τις ανομίες τους, πες στους απογόνους του Ιακώβ τις αμαρτίες τους. 2 Με αναζητούν κάθε μέρα, λένε πως χαίρονται τις εντολές μου να γνωρίζουν, ωσάν λαός που έπραξε το δίκιο και που δεν εγκατέλειψε το νόμο του Θεού του. Απαιτούν από μένα δίκαιη κρίση, θέλουν να με πλησιάσουν. 3 Λένε όμως, "για ποιο λόγο να κάνουμε νηστεία, αφού εσύ δεν το βλέπεις; Και γιατί να ταλαιπωρούμαστε, αφού εσύ σ’ αυτό δε δίνεις προσοχή;"»
4 Κι ο Κύριος απαντάει: «Εσείς τη μέρα που νηστεύετε παλεύετε για τα συμφέροντά σας, και βασανίζετε όλους αυτούς που σας δουλεύουν. Νηστεύετε και ταυτόχρονα μαλώνετε και φιλονικείτε, χτυπάτε ο ένας τον άλλο με γροθιές. Μ’ αυτό τον τρόπο που νηστεύετε, δεν πρόκειται να εισακουστεί η προσευχή σας. 5 Η νηστεία, όπως εγώ τη θέλω, δεν είναι να κακουχείστε για μια μέρα, και το κεφάλι κάτω να το σκύβετε, καθώς το βούρλο, με ρούχα πένθιμα να κάθεστε στη στάχτη. Νηστεία το λέτε εσείς αυτό, μέρα αρεστή σ’ εμένα, τον Κύριο; 6 Η νηστεία που θέλω εγώ είν’ ετούτη: Να σπάτε των αδικημένων τα δεσμά, να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν, τους καταπιεσμένους ν’ απελευθερώνετε και να συντρίβετε κάθε ζυγό. 7 Νηστεία είναι με τον πεινασμένο το ψωμί σας να μοιράζεστε, τον άστεγο να φέρνετε στο σπίτι, αν κάποιον βλέπετε γυμνόν με ρούχα να τον ντύνετε και τη βοήθεια στο συνάνθρωπό σας να μην την αρνιέστε. 8 Τότε θα λάμψετε σαν της αυγής το φως και οι πληγές σας πολύ γρήγορα θα γιατρευτούν· η δικαιοσύνη μπροστά σας θα βαδίζει και θα ’χετε τη δόξα μου για οπισθοφυλακή. 9 Θα με φωνάζετε κι εγώ θα σας αποκρίνομαι· βοήθεια θα γυρεύετε και θα σας απαντώ, "εδώ είμ’ εγώ".
»Πάψτε τους συνανθρώπους σας να τους καταπιέζετε, να φοβερίζετε με απειλητικές χειρονομίες, λόγια να λέτε για τους άλλους πονηρά. 10 Μοιράστε με τον πεινασμένο το ψωμί σας και δώστε ανακούφιση στον καταπιεσμένο. Τότε μες στο σκοτάδι θα λάμψει το φως σας, και το σκοτάδι σας θα γίνει σαν του μεσημεριού το φως. 11 Τότε εγώ, ο Κύριος, πάντοτε θα σας οδηγώ και την ψυχή σας θα χορταίνω στην άνυδρη τη γη. Θα δυναμώνω τα οστά σας· και θα ’σαστε σαν περιβόλι ποτιστικό, ωσάν νεροπηγή αστείρευτη. 12 Θα γίνετε ονομαστοί, ως ο λαός που τα χαλάσματα οικοδόμησε και που τους δρόμους τούς ξανάφτιαξε για να κατοικηθούν οι πόλεις».
13 Ο Κύριος λέει: «Να τηρείτε την αργία του Σαββάτου σαν μέρα άγια, που σ’ εμένα ανήκει. Οδοιπορίες, να μην κάνετε, να μην δουλεύετε και να μην κάνετε συναλλαγές, αλλά την ημέρα αυτή να την τιμάτε σαν ημέρα χαράς. 14 Τότε θα βρείτε σ’ εμένα τη χαρά σας και θα σας οδηγήσω εγώ με ασφάλεια πάνω από κάθε εμπόδιο· και θ’ απολαύσετε τους καρπούς της χώρας που έδωσα στον προπάτορά σας τον Ιακώβ. Εγώ ο Κύριος τα λέω».