1 Quem é este, que vem de Edom,
de Bozra, com vestes tintas;
este que é glorioso em sua vestidura,
que marcha com a sua grande força? Eu,
que falo em justiça,
poderoso para salvar.
2 Por que está vermelha a tua vestidura,
e as tuas roupas
como as daquele
que pisa no lagar?
3 Eu sozinho pisei no lagar,
e dos povos ninguém houve comigo;
e os pisei na minha ira,
e os esmaguei no meu furor;
e o seu sangue salpicou as minhas vestes,
e manchei
toda a minha
vestidura.
4 Porque o dia
da vingança estava no meu coração;
e o ano
dos meus remidos é chegado.
5 E olhei, e não havia quem me ajudasse;
e admirei-me de
não haver quem me sustivesse,
por isso o meu braço me trouxe a salvação,
e o meu
furor me
susteve.
6 E atropelei os povos na minha ira,
e os embriaguei no meu furor;
e a sua força derrubei por terra.
7 As benignidades do Senhor mencionarei,
e os muitos louvores do Senhor,
conforme tudo quanto o Senhor nos concedeu;
e grande bondade
para com a casa de Israel,
que usou
com eles segundo as suas misericórdias,
e segundo a multidão
das suas
benignidades.
8 Porque dizia:
Certamente eles são meu povo,
filhos que não mentirão;
assim ele se fez o seu Salvador.
9 Em toda a angústia deles ele foi angustiado,
e o anjo da sua presença os salvou;
pelo seu amor,
e pela sua compaixão ele os remiu;
e os tomou,
e os conduziu todos os dias
da antiguidade.
10 Mas eles foram rebeldes,
e contristaram o seu Espírito Santo;
por isso se lhes tornou
em inimigo,
e ele mesmo pelejou contra eles.
11 Todavia se lembrou dos dias
da antiguidade, de Moisés,
e do seu povo, dizendo:
Onde está agora o
que os fez subir do mar
com os pastores
do seu rebanho? Onde está o
que pôs
no meio deles o seu Espírito Santo?
12 Aquele cujo braço glorioso ele fez andar
à mão direita
de Moisés,
que fendeu as águas diante deles,
para fazer
para si um
nome eterno?
13 Aquele que os guiou
pelos abismos, como o cavalo
no deserto, de modo
que nunca tropeçaram?
14 Como o animal que desce
ao vale, o Espírito
do Senhor lhes deu descanso;
assim guiaste ao teu povo,
para te fazeres
um nome glorioso.
15 Atenta desde os céus,
e olha desde a tua santa
e gloriosa habitação. Onde estão o teu zelo
e as tuas obras poderosas? A comoção
das tuas entranhas,
e das tuas misericórdias,
detém-se
para comigo?
16 Mas tu és nosso Pai, ainda
que Abraão não nos conhece,
e Israel não nos reconhece;
tu, ó Senhor, és nosso Pai;
nosso Redentor desde a
antiguidade é o teu nome.
17 Por que, ó Senhor,
nos fazes errar
dos teus caminhos? Por que endureces o nosso coração,
para que
não te temamos? Volta,
por amor dos teus servos,
às tribos
da tua herança.
18 Só por um pouco
de tempo o teu santo povo a possuiu;
nossos adversários
pisaram o teu
santuário.
19 Somos feitos como aqueles
sobre quem tu nunca dominaste,
e como os que nunca se chamaram
pelo teu nome.
Almeida Corrigida Fiel | acf ©️ 1994, 1995, 2007, 2011 Sociedade Bíblica Trinitariana do Brasil (SBTB). Todos os direitos reservados. Texto bíblico utilizado com autorização. Saiba mais sobre a SBTB. A Missão da SBTB é: Uma cópia da Bíblia Fiel ®️ para cada pessoa. Ajude-nos a cumprir nossa Missão!
1 Ποιος είν’ εκείνος που ’ρχεται από την Εδώμ, με ρούχα κόκκινα απ’ τη Βοσρά; Αυτός με τη λαμπρή στολή που περπατάει με δύναμη μεγάλη; «Εγώ, ο Κύριος, είμαι! Εκείνος που αποδίδω δικαιοσύνη και που να σώζω έχω τη δύναμη». 2 Γιατί είναι κόκκινη η στολή σου και σαν εκείνου που πατάει στο πατητήρι είναι τα ρούχα σου;
3 «Πάτησα μοναχός μου στο πατητήρι. Κανένας δε με βόηθησε απ’ τους λαούς. Απάνω στο θυμό μου τους ποδοπάτησα και τους σύντριψα πάνω στην οργή μου. Έτσι το αίμα τους πιτσίλισε τα ρούχα μου και λέρωσα όλη τη στολή μου. 4 Γιατί στο νου μου είχα να εκδικηθώ μια μέρα τους εχθρούς μου κι ήρθε η χρονιά για να λυτρώσω το λαό μου. 5 Κοίταξα γύρω μου, βοήθεια δεν υπήρχε! Κι έμεινα έκπληκτος που δεν ήταν ούτ’ ένας να μου παρασταθεί· έτσι το ίδιο μου το χέρι με βοήθησε και η οργή μου έγινε το στήριγμά μου. 6 Έτσι μες στο θυμό μου ποδοπάτησα τους λαούς και πάνω στην οργή μου τους κομμάτιασα κι έχυσα το αίμα τους στη γη».
7 Θα θυμηθώ, Κύριε, τις καλοσύνες σου,
εκείνες που μας κάνουν να σε υμνούμε·
όλα όσα έπραξες για μας,
την πλούσια αγαθότητα που έδειξες στον Ισραήλ
χάρη στο έλεός σου,
που ευεργεσίες σκορπίζει.
8 Είπες: «Αλήθεια είναι λαός μου αυτοί,
είναι παιδιά μου
που δε θ’ απιστήσουν».
Κι έτσι έγινες σωτήρας μας.
9 Μ’ όλες τις θλίψεις μας εσύ θλιβόσουν,
κι ο άγγελος της παρουσίας σου μας έσωσε·
με την αγάπη σου και με την ευσπλαχνία σου
πάντα εσύ μας λύτρωνες· μας σήκωσες,
μας κράτησες στην αγκαλιά σου
όλα τα χρόνια που περάσανε.
10 Εμείς όμως εξεγερθήκαμε
και καταθλίψαμε το άγιο σου το Πνεύμα·
έτσι κι εσύ μας έγινες εχθρός
κι ο ίδιος μάς πολέμησες.
11 Και τότε θυμηθήκαμε τις μέρες τις παλιές
του Μωυσή του δούλουδούλου, σύμφωνα με ορισμένα χειρ. και την αρχαία συριακή μετάφραση. Το εβραϊκό έχει: «λαού». σου.
Κι είπαμε:
«Πού είν’ αυτός που απ’ το νερό έβγαλε το Μωυσή,
ποιμέναποιμένα, σύμφωνα με ένα εβρ. χειρ. και διάφορες αρχαίες μετ. Το εβρ. έχει: «ποιμένες». του ποιμνίου του,
κι έβαλε μέσα του το άγιο του το Πνεύμα;
12 Πού είν’ αυτός που τους οδήγησε,
στέκοντας στα δεξιά του Μωυσή,
με το ένδοξό του χέρι,
αυτός που έσκισε μπροστά τους τα νερά,
κι απόκτησε έτσι δόξα αιώνια;
13 Αυτός μέσ’ από της θάλασσας τα βάθη τους οδήγησε,
χωρίς καθόλου να σκοντάψουν,
όπως βαδίζει το άλογο στην έρημο.
14 Σαν το κοπάδι που κατηφορίζει
να βρει ασφάλεια στη ρεματιά,
το Πνεύμα του Κυρίου τους οδηγούσε
να βρουν ανάπαυση.
Έτσι εσύ οδηγούσες το λαό σου, Κύριε,
για να δοξάζεσαι αιώνια».
15 Ρίξε ένα βλέμμα, Κύριε, από τον ουρανό,
από την άγια, την ένδοξή σου κατοικία, και δες!
Πού είν’ η φλογερή αγάπη σου κι η δύναμή σου,
η ευσπλαχνία σου και η στοργή σου;
Τίποτ’ απ’ όλα αυτά δεν αισθανόμαστε.
16 Εσύ είσαι ο Πατέρας μας.
Αλήθεια, ο Αβραάμ δεν μας γνωρίζει,
κι ο Ιακώβ δεν μας αναγνωρίζει.
Εσύ, είσαι, Κύριε, ο Πατέρας μας!
Απ’ τους αιώνες τ’ όνομά σου, είναι «ο Λυτρωτής μας».
17 Γιατί, Κύριε, μας αφήνεις να πλανιόμαστε
από το δρόμο σου μακριά,
και την καρδιά μας τη σκληραίνεις,
έτσι που να μη σ’ υπακούμε πια;
Γύρνα πίσω σ’ εμάς, για χάρη των δούλων σου,
για χάρη των φυλών που σου ανήκουν.
18 Μόνο για λίγο, εμείς, ο άγιος λαός σου,
τη γη μας την κρατήσαμε.
Τώρα οι εχθροί μας μόλυναν το αγιαστήριό σου.
19 Έχουμε γίνει σαν ποτέ να μη μας εξουσίαζες,
σαν να μην ήμασταν ποτέ δικοί σου.
Μακάρι ν’ άνοιγες τους ουρανούς και να κατέβαινες,
να τρέμαν’ τα βουνά στην παρουσία σου!