1 Aquele que tem compaixão empresta com juros ao seu próximo; aquele que tem a mão generosa guarda os mandamentos.
2 Empresta a teu próximo quando ele estiver necessitado, e de teu lado, paga-lhe o que lhe deves, no tempo marcado.
3 Cumpre tua palavra e procede lealmente com ele, e acharás em toda ocasião o que te é necessário.
4 Muitos consideraram como um achado o que pediam emprestado, e causaram desgosto àqueles que os ajudaram.
5 Até que se tenha recebido, beija-se a mão de quem empresta; com voz humilde fazem-se promessas;
6 mas, chegando o tempo de restituir, pedem-se prazos; só se têm palavras pesarosas e queixas; e toma-se como pretexto a dificuldade da época.
7 Se o que pede emprestado pode restituir, nega-se a princípio. Restitui em seguida só a metade da quantia, e a considera como um lucro.
8 Se não tem meios para pagar, priva o que emprestou do seu dinheiro, e dele se faz gratuitamente um inimigo.
9 Ele o paga com ofensas e maldições, e paga com o mal o bem que recebeu.
10 Muitos não emprestam, não por maldade, mas por medo de serem injustamente iludidos.
11 Todavia, sê indulgente para com o miserável, e não o faças esmorecer depois da esmola.
12 Por causa do mandamento, socorre o pobre; e não o deixes ir com as mãos vazias na sua indigência.
13 Perde o teu dinheiro em favor de teu irmão e de teu amigo; não o escondas debaixo de uma pedra para ficar perdido.
14 Gasta o teu tesouro segundo o preceito do Altíssimo, e isso te aproveitará mais do que o ouro.
15 Encerra a esmola no coração do pobre, e ela rogará por ti, a fim de te preservar de todo o mal.
18 Para combater o teu inimigo, ela será uma arma mais poderosa do que o escudo e a lança de um homem valente.
19 O homem de bem responsabiliza-se pelo próximo; o homem sem pejo abandona-o a si próprio.
20 Não esqueças o benefício daquele que se responsabiliza por ti, pois ele arriscou a vida para te amparar.
21 O pecador e o impudico fogem de seu fiador;
22 o pecador atribui a si mesmo o benefício de quem por ele se responsabiliza, e com coração ingrato abandona o seu libertador.
23 Um homem se responsabiliza pelo seu próximo, e este, perdendo a vergonha, o abandonará.
24 Um mau penhor perdeu muitas pessoas que prosperavam, e as agitou como as ondas do mar;
25 por uma reviravolta das coisas, ele exilou muitos poderosos, que se tornaram peregrinos em terra estrangeira.
26 O pecador que transgride o mandamento do Senhor se comprometerá a responder inoportunamente por outro; e aquele que tentar muitos empreendimentos não escapará do processo.
27 Ajuda o próximo conforme as tuas posses, e acautela-te para que não caias tu também.
28 O principal para a vida do homem é a água, o pão, o vestuário e uma casa para ocultar a sua nudez.
29 Mais vale o que um pobre come sob um vigamento do que um magnífico banquete em casa alheia para quem não tem domicílio.
30 Contenta-te com o pouco ou muito que tiveres e evitarás a censura de seres um estranho.
31 É uma vida miserável a daquele que vai de casa em casa; em toda parte onde se hospedar, não estará confiante, e não ousará abrir a boca.
32 Recebe-se com hospitalidade, dá-se de comer e de beber a ingratos; e, depois disso, ouvem-se palavras desagradáveis:
33 "Vamos, intruso, prepara a mesa, e o que tens, dá-o de comer aos outros;
34 retira-te, por causa da homenagem que devo prestar aos meus amigos. Preciso de minha casa para nela receber meu irmão".
35 Eis coisas penosas para um homem sensato: ouvir censuras pela hospitalidade e pelo empréstimo que se fez.
Ο δανεισμός
1 Όποιος δανείζει το διπλανό του, κάνει έργο ελεημοσύνης· κι όποιος τον βγάζει απ’ τη μιζέρια του, τηρεί τις εντολές. 2 Τον διπλανό σου δάνειζε την ώρα που έχει ανάγκη, κι εσύ ό,τι δανείστηκες να το εξοφλείς στην ώρα του. 3 Κράτα το λόγο σου, κι απέναντι στους άλλους να ’σαι εντάξει, και τότε σε κάθε περίσταση ό,τι έχεις ανάγκη θα το βρεις.
4 Πολλοί τα δανεικά λεφτά νόμισαν πως τα βρήκανε στο δρόμο, και φέρνουν σε δύσκολη θέση αυτούς που τους βοήθησαν. 5 Ώσπου να πάρει κάποιος το δάνειο που θέλει, φιλάει το χέρι του δανειστή και ταπεινώνεται μιλώντας κολακευτικά για τα χρήματά του· μα όταν έρθει ο καιρός να του το επιστρέψει, όλο και αναβάλλει, βρίσκει δικαιολογίες κι επικαλείται τις περιστάσεις που τάχα είναι δύσκολες. 6 Αν καταφέρει να πληρώσει, ο δανειστής θα λάβει μόλις τα μισά· κι αυτό θα πρέπει να το θεωρεί σπουδαίο, όπως όταν βρίσκει κανείς στο δρόμο χρήματα. Αλλιώς, θα του ’χει φάει τα λεφτά του, και θα τον κάνει δίχως λόγο εχθρό· κατάρες και βρισιές θα τον πληρώνει, κι αντί να τον ευγνωμονεί θα τον ξοφλάει με προσβολές. 7 Έτσι εξαιτίας της κακότητας αυτής πολλοί αρνούνται να δανείσουν, από το φόβο μήπως δίχως λόγο τα χρήματά τους χάσουνε.
Η ελεημοσύνη
8 Ωστόσο κάνε υπομονή με τον φτωχό, μην τον αφήνεις για πολύ την ελεημοσύνη σου να περιμένει. 9 Για να υπακούς στην εντολή, βόηθησε τον φτωχό που βρίσκεται σε ανάγκη, μην τον εξαποστείλεις με τα χέρια του αδειανά. 10 Χάσε τα χρήματά σου για έναν αδερφό και φίλο· ας μη σκουριάσουν κάτω από μια πέτρα και χαμένα πάνε. 11 Διάθεσε τα πλούτη σου σύμφωνα με τις εντολές του Υψίστου· αυτό θα ’ναι για σένα πιο πολύ κι απ’ το χρυσάφι χρήσιμο. 12 Αποταμίευε χρήματα να τα ’χεις για ελεημοσύνες και θα σε σώσουν από κάθε συμφορά. 13 Τα χρήματα αυτά θ’ αγωνιστούν για σένα στους εχθρούς σου ενάντια, πιότερο κι από ισχυρή ασπίδα κι από δόρυ βαρύ.
Η εγγύηση
14 Ο καλός άνθρωπος μπαίνει εγγυητής για τον πλαϊνό του· θα πρέπει να ’χει χάσει κάθε ντροπή αυτός που τον εγκαταλείπει. 15 Μην ξεχνάς όμως να ευγνωμονείς τον εγγυητή σου, γιατί αυτός έβαλε το κεφάλι του για χάρη σου. 16 Ο κακοήθης σπαταλά τα χρήματα του εγγυητή του κι όποιος δεν ξέρει τι θα πει ευγνωμοσύνη, λησμονάει εκείνον που τον έσωσε. 17 Πολλούς ανθρώπους εύπορους κατέστρεψε η εγγύηση· τους έκανε να σαλευτούν σαν το κύμα της θάλασσας. 18 Στην εξορία οδήγησε ανθρώπους ισχυρούς κι αυτοί περιπλανήθηκαν μέσα σε ξένα έθνη. 19 Ο κακός άνθρωπος που τρέχει να εγγυηθεί επιζητώντας κέρδη, θα καταλήξει στα δικαστήρια. 20 Να βοηθάς το διπλανό σου όσο μπορείς, μα να φυλάγεσαι μην τύχει και ο ίδιος μπλέξεις.
Η δύσκολη ζωή στην ξένη χώρα
21 Η πρώτη ανάγκη στη ζωή είναι το νερό και το ψωμί, τα ρούχα και το σπίτι, για να σκεπάζουν τη γυμνότητα. 22 Καλύτερα μια φτωχική ζωή κάτω απ’ τη στέγη σου, ας είν’ και με δοκάρια, παρά συμπόσια πλούσια σε σπίτια αλλονών. 23 Να ’σαι ευχαριστημένος και με τα λίγα και με τα πολλά, και δε θ’ ακούσεις να σε κατηγορούν ότι ζητάς φιλοξενία. 24 Είναι άθλια η ζωή να περιφέρεσαι από σπίτι σε σπίτι, το στόμα σου να μην τολμάς ν’ ανοίξεις εκεί που ως ξένος κατοικείς. 25 Θα τους δίνεις εσύ να τρώνε και να πίνουν, χωρίς καμιά αναγνώριση, κι από πάνω θ’ ακούς λόγια πικρά: 26 «Έλα εδώ ξένε, το τραπέζι ετοίμασε, κι αν έχεις τίποτα στο χέρι σου, δώσ’ μου να φάω». 27 «Φύγε τώρα, ξένε, γιατί θα ’ρθεί ένα σπουδαίο πρόσωπο· ο αδερφός μου έρχεται να μείνει εδώ, χρειάζομαι το σπίτι».
28 Αυτά τα λόγια είναι σκληρά για έναν άνθρωπο ευαίσθητο, ν’ ακούει να τον κατηγορεί ο οικοδεσπότης και να τον διασύρει ο δανειστής.