1 As vigílias para enriquecer ressecam a carne, as preocupações que elas trazem tiram o sono.
2 A inquietação pelo porvir perturba o sentido. Uma doença grave torna a alma moderada.
3 O rico trabalha para juntar riquezas; quando se entrega ao repouso, goza o fruto de seus haveres.
4 O pobre trabalha por não possuir com que viver, e, ao término da vida, tudo lhe falta.
5 Aquele que ama o ouro não estará isento de pecado; aquele que busca a corrupção será por ela cumulado.
6 O ouro abateu a muitos, e seus encantos os perderam.
7 O ouro é um obstáculo para aqueles que se lhe oferecem em sacrifício; infelizes daqueles que o buscam com ardor: ele fará perecer todos os insensatos.
8 Bem-aventurado o rico que foi achado sem mácula, que não correu atrás do ouro, que não colocou sua esperança no dinheiro e nos tesouros!
9 Quem é esse homem para que o felicitemos? Ele fez prodígios durante sua vida.
10 Áquele que foi tentado pelo ouro e foi encontrado perfeito, está reservada uma glória eterna: ele podia transgredir a Lei e não a violou; ele podia fazer o mal e não o fez.
11 Por isso, seus bens serão fortalecidos no Senhor, e toda a assembleia dos santos louvará suas esmolas.
12 Se estiveres sentado a uma mesa bem abastecida, não comeces abrindo a boca.
13 Não digas: "Que abundância de iguarias há sobre ela!".
14 Lembra-te de que um olhar maldoso é coisa funesta.
15 Que coisa há pior que o olho? É por isso que há de se desfazer em lágrimas.
16 Quando ele olhar, não sejas o primeiro a estender a mão, para que não cores, envergonhado pela tua cobiça.
17 Não comas demasiadamente num banquete.
18 Julga os desejos de teu próximo segundo os teus.
19 Serve-te como um homem sóbrio do que te é apresentado, para que não te tornes odioso, comendo muito.
20 Acaba de comer em primeiro lugar, por decoro, e evita todo excesso, para que não desgostes a ninguém.
21 Se tiveres tomado assento em meio de uma sociedade numerosa, não sejas o primeiro a estender a mão para o prato, nem sejas o primeiro a pedir de beber.
22 Não é um pouco de vinho suficiente para um homem bem-educado? Assim não terás sono pesado, e não sentirás dor.
23 A insônia, o mal-estar e as cólicas são o tributo do intemperante.
24 Para um homem sóbrio, um sono salutar; ele dorme até de manhã e sente-se bem.
25 Se tiveres sido obrigado a comer demais, levanta-te e vomita; isso te aliviará, e não te exporás à doença.
26 Ouve-me, meu filho, não me desprezes: reconhecerás no fim a veracidade de minhas palavras.
27 Em todas as tuas ações, sê diligente, e nenhuma doença te acometerá.
28 Muitos lábios abençoarão aquele que dá refeições com liberalidade; o testemunho prestado à honestidade dele é verídico.
29 Toda a cidade resmunga contra aquele que dá de comer com mesquinhez e o testemunho prestado à avareza dele é exato.
30 Não incites a beber aquele que ama o vinho, pois o vinho perdeu a muitos.
31 O fogo põe à prova a dureza do ferro: assim o vinho, bebido em excesso, revela o coração dos orgulhosos.
32 O vinho bebido sobriamente é como uma vida para os homens. Se o beberes moderadamente, serás sóbrio.
33 Que é a vida do homem a quem falta o vinho?
34 Que coisa tira a vida? A morte.
35 No princípio, o vinho foi criado para a alegria e não para a embriaguez.
36 O vinho, bebido moderadamente, é a alegria da alma e do coração.
37 A sobriedade no beber é a saúde da alma e do corpo.
38 O excesso na bebida causa irritação, cólera e numerosas catástrofes.
39 O vinho, bebido em demasia, é a aflição da alma.
40 A embriaguez inspira a ousadia e faz pecar o insensato; abafa as forças e causa feridas.
41 Não repreendas o próximo durante uma refeição regada a vinho; não o trates com desprezo enquanto ele se entrega à alegria.
42 Não lhe faças censuras, não o atormentes, reclamando o que te é devido.
Τα πλούτη
1 Η μέριμνα του πλούτου λιώνει το σώμα, κι η έγνοια που τα πλούτη προκαλούν διώχνει τον ύπνο μακριά. 2 Οι έγνοιες της αγρύπνιας ως και τη νύστα διώχνουν, και σαν βαριά αρρώστια τον ύπνο αφαιρούν.
3 Ο πλούσιος κουράζεται για να μαζεύει πλούτη· κι όταν για λίγο σταματά, είναι για ν’ απολαύσει τ’ αγαθά του. 4 Κουράζεται ο φτωχός για μια ζωή στη στέρηση· κι όταν για λίγο σταματά, μέσα στην ένδεια πέφτει.
5 Αυτός που το χρυσάφι αγαπά, την αμαρτία δε θα την αποφύγει· κι αυτός που κυνηγάει το κέρδος, θα διαφθαρεί μ’ αυτό. 6 Πολλοί για το χρυσάφι καταστράφηκαν, ήρθε ο χαμός τους αναπόφευκτος. 7 Παγίδα είναι για κείνους που του παραδίνονται, κι όλοι οι ανόητοι πέφτουν μέσα.
8 Είν’ ευτυχής ο πλούσιος που βρέθηκε άμεμπτος και δεν τρέχει ξοπίσω απ’ το χρυσάφι. 9 Ποιος είν’ αυτός; Να τον καλοτυχίσουμε, γιατί κατόρθωσε ένα πράγμα θαυμαστό, που ως τώρα δεν το πέτυχε κανένας. 10 Ποιος έτσι δοκιμάστηκε και τέλειος βρέθηκε; Μπορεί να ’ναι περήφανος γι’ αυτό. Ποιος που μπορούσε ν’ αμαρτήσει δεν αμάρτησε; ή ν’ απατήσει και δεν το ’κανε; 11 Θα μένουν στεριωμένα τ’ αγαθά του κι όλος ο κόσμος θ’ ανιστορεί τις καλοσύνες του.
Τα γεύματα
12 Σε πλούσιο τραπέζι κάθισες; Μη μείνεις μ’ ανοιχτό το στόμα και μην πεις: «Τι κρίμα που δεν μπορώ όλα αυτά να τα φάω!» 13 Μην ξεχνάς πως είν’ κακό το αχόρταγο το μάτι. Χειρότερο απ’ το μάτι είναι στον κόσμο τίποτα; Γι’ αυτό και πρέπει δάκρυα να χύνει τόσο συχνά. 14 Το χέρι μην απλώνεις σε κάτι που ένας άλλος το κοιτά και μη στριμώχνεσαι μ’ αυτόν στο ίδιο πιάτο. 15 Νιώθε το διπλανό σου κρίνοντας από εσέ τον ίδιο, και για το καθετί να σκέφτεσαι. 16 Να τρως σαν άνθρωπος ευγενικός ό,τι βάζουν μπροστά σου και λαίμαργα να μη μασάς, να μη σε σιχαθούν. 17 Από καλή ανατροφή πρώτος να σταματάς και να μην είσαι αχόρταγος, μήπως και σε προσβάλουν. 18 Αν σε πολλούς ανάμεσα κάθισες στο τραπέζι, πριν απ’ τους άλλους μην απλώσεις το χέρι σου. 19 Πόσο το λίγο είν’ αρκετό για κείνον που έχει αγωγή! Όταν θα πέσει στο κρεβάτι δεν θα βαριανασαίνει! 20 Ο υγιεινός ο ύπνος θέλει στομάχι ελαφρό. Σηκώνεται κανείς πρωί κι αισθάνεται ευδιάθετος· ενώ τον λαίμαργο τον βασανίζει αγρύπνια, ναυτία και πόνοι κολικοί. 21 Αν πιέστηκες να φας παραπολύ, σήκω και πήγαινε μακριά εμετό να κάνεις, και θ’ ανακουφιστείς. 22 Παιδί μου, άκουσέ με, μη με περιφρονήσεις· αργότερα τα λόγια μου θα καταλάβεις· να είσαι μετρημένος σε ό,τι κάνεις κι αρρώστια καμιά δε θα σε βρει.
23 Το γενναιόδωρο οικοδεσπότη τον παινεύουν όλοι οι άνθρωποι και για το λόγο αυτό γίνεται ξακουστός. 24 Το σφιχτοχέρη οικοδεσπότη, αντίθετα, τον κατακρίνουν όλοι στην πόλη, και έχουν δίκιο.
Το κρασί
25 Μην κάνεις το παλικάρι στο κρασί, γιατί πολλά έχει το κρασί ρημάξει παλικάρια. 26 Μες στο καμίνι δοκιμάζεται το ατσάλι, που έχει ριχτεί πυρακτωμένο στο νερό· το ίδιο και με το κρασί: οι χαρακτήρες δοκιμάζονται όταν φιλονικούν οι εγωιστές. 27 Όταν με μέτρο πίνουν οι άνθρωποι κρασί, ζωή τούς δίνει· τι είναι η ζωή για κείνον που κρασί δε γεύεται; Το κρασί φτιάχτηκε για των ανθρώπων τη χαρά. 28 Αναγαλλιάζει η καρδιά κι ευφραίνεται η ψυχή απ’ το κρασί, όταν πίνεται στην ώρα του και με μέτρο. 29 Αλλά πικραίνεται η ψυχή όταν το κρασί πίνεται υπέρμετρα· φέρνει ερεθισμό και κλονισμό στο βήμα. 30 Αυξάνει το μεθύσι του ανόητου το θυμό, ως το σημείο να τον καταστρέψει· τη δύναμή του λιγοστεύει, του φέρνει συμφορές. 31 Σ’ ένα συμπόσιο με κρασί μην αποπάρεις το συνδαιτυμόνα σου, μην τον περιγελάσεις στο κέφι όταν θα ’ρθεί· μην του πεις λόγια που μπορεί να τον προσβάλουν, μην τον στενοχωρείς πιέζοντάς τον να σου ξοφλήσει ό,τι σου χρωστά.