1 O insensato vive de esperanças quiméricas; os imprudentes edificam sobre os sonhos.
2 Como aquele que procura agarrar uma sombra ou perseguir o vento, assim é o que se prende a visões enganadoras.
3 Isto segundo aquilo, eis o que se vê nos sonhos: é como a imagem de um homem diante dele próprio.
4 Que coisa pura poderá vir do impuro? Que verdade pode vir da mentira?
5 A adivinhação do erro, os augúrios mentirosos e os sonhos dos maus, tudo isso não passa de vaidade.
6 O teu coração, como o de uma mulher que está de parto, sofrerá imaginações. A menos que o Altíssimo te envie uma visão, não detenhas nelas teu pensamento,
7 pois os sonhos fizeram errar muita gente, que pecou porque neles punham sua esperança;
8 a palavra da Lei se cumpre integralmente, e a sabedoria se tornará evidente na boca do homem fiel.
9 Que sabe aquele que não foi experimentado? O homem de grande experiência tem inúmeras ideias; aquele que muito aprendeu fala com sabedoria.
10 Aquele que não tem experiência pouca coisa sabe, mas o que passou por muitas dificuldades desenvolve a prudência.
11 Que sabe aquele que não foi tentado? O que foi enganado abundará em sagacidade.
12 Vi muitas coisas em minhas viagens, muitos costumes diferentes.
13 Algumas vezes encontrei-me em perigo de morte, mas fui libertado pela graça de Deus.
14 O espírito daqueles que temem a Deus será procurado, será abençoado quando Deus olhar para eles.
15 Com efeito, sua esperança está posta naquele que os salva, e os olhos de Deus estão voltados para aqueles que o amam.
16 Aquele que teme o Senhor não tremerá; de nada terá medo, pois o próprio Senhor é sua esperança.
17 Feliz a alma do que teme o Senhor.
18 Para quem olha ela, e quem é a sua força?
19 Os olhos do Senhor estão voltados para aqueles que o temem; ele é um poderoso protetor, um sólido apoio, um abrigo contra o calor, uma tela contra o ardor do meio-dia,
20 um sustentáculo contra os choques, um amparo contra a queda. Ele eleva a alma, ilumina os olhos; dá saúde, vida e bênção.
21 A oferenda daquele que sacrifica um bem, mal adquirido, é maculada. E os insultos dos injustos não são aceitos por Deus.
22 O Senhor (só se dá) àqueles que o aguardam no caminho da verdade e da justiça.
23 O Altíssimo não aprova as dádivas dos injustos, nem olha para as ofertas dos maus; a multidão dos seus sacrifícios não lhes conseguirá o perdão de seus pecados.
24 Aquele que oferece um sacrifício arrancado do dinheiro dos pobres é como o que degola o filho aos olhos do pai.
25 O pão dos indigentes é a vida dos pobres; aquele que o tira é um homicida.
26 Quem tira de um homem o pão de seu trabalho é como o assassino do seu próximo.
27 O que derrama o sangue e o que usa de fraude no pagamento de um operário são irmãos:
28 um constrói, o outro destrói. O que lhes resta senão a fadiga?
29 Um ora, o outro maldiz; de qual ouvirá Deus a voz?
30 Se aquele que se lava após ter tocado num morto torna a tocá-lo, de que lhe serve ter-se lavado?
31 Assim se porta o homem que jejua por causa de seus pecados, e torna a cometê-los: de que lhe serve ter-se humilhado? Quem ouvirá a sua prece?
Η ματαιότητα των ονείρων
1 Οι μάταιες και πλανερές ελπίδες είναι για κείνον που δεν έχει φρόνηση· και στους ανόητους τα όνειρα δίνουν φτερά. 2 Όποιος προσέχει τα όνειρα, είναι σαν κάποιον που μοχθεί να πιάσει μια σκιά και κυνηγάει τον άνεμο. 3 Αυτά που βλέπουμε στα όνειρα είναι τα είδωλα των πραγμάτων, όπως το ομοίωμα ενός προσώπου απέναντι σ’ έναν καθρέφτη. 4 Απ’ το ακάθαρτο τι μπορεί να καθαριστεί; και τι από το ψέμα ν’ αληθέψει; 5 Μαντείες, προμηνύματα και όνειρα είν’ όλα χίμαιρες, καθώς της ετοιμόγεννης οι φαντασίες. 6 Καμία σημασία μην τους δίνεις, εκτός αν στάλθηκαν από τον Ύψιστο, σημάδια της επίσκεψής του. 7 Πολλούς τα όνειρα τους παραπλάνησαν κι όσοι ελπίσανε σ’ αυτά διαψευστήκαν. 8 Ο νόμος του Θεού θα εκπληρωθεί αδιάψευστα και η σοφία στην εντέλεια αποκαλύπτεται, όταν άνθρωποι αξιόπιστοι μιλούν.
Η χρησιμότητα των ταξιδιών
9 Άνθρωπος που ταξίδεψε πολύ, πολλά έχει μάθει· είναι πολύπειρος, κι όταν μιλά λέει για πράγματα που τα ξέρει καλά. 10 Όποιος δεν έχει πείρα, γνωρίζει λίγα μόνο πράγματα· ενώ ο πολυταξιδεμένος είναι όλο εμπειρίες. 11 Πολλά έχω δει στα ταξίδια που έκανα και πιο πολλά κατάλαβα απ’ όσα γίνεται να πω. 12 Πολλές φορές κινδύνεψα ως το θάνατο, μα σώθηκα χάρη σ’ αυτήν την πείρα.
Ο σεβασμός στον Κύριο
13 Όσοι τον Κύριο σέβονται θα ζήσουν, γιατί σ’ εκείνον που τους σώζει στηρίζεται η ελπίδα τους. 14 Όποιος τον Κύριο σέβεται, τίποτα δε θα φοβηθεί ούτε και θα δειλιάσει, γιατί εκείνος είν’ η ελπίδα του. 15 Ευτυχισμένος είν’ εκείνος που σέβεται τον Κύριο· σε ποιον ελπίζει, άλλωστε, και ποιος είναι το στήριγμά του; 16 Τα μάτια του Κυρίου είναι στραμμένα σ’ εκείνους που τον αγαπούν· αυτός είναι ισχυρή προστασία, στήριγμα δυνατό, στο λίβα ενάντια καταφύγιο, σκέπη για το μεσημεριάτικο ήλιο, προφύλαξη από παραπάτημα, στην πτώση γλιτωμός. 17 Ο Κύριος δίνει στην ψυχή φτερά, στα μάτια δίνει λάμψη, χαρίζοντας γιατρειά και ζωή κι ευλογία.
Οι θυσίες
18 Όταν προσφέρει κάποιος για θυσία ένα αγαθό που με αδικία απέκτησε, η προσφορά του είναι κοροϊδία και των παράνομων οι προσφορές δε γίνονται δεκτές. 19 Δεν είναι ευπρόσδεκτες στον Ύψιστο οι προσφορές των ασεβών, ούτε για τις θυσίες τις πολλές συγχωρεί αμαρτίες. 20 Όποιος προσφέρει μια θυσία με των φτωχών τα χρήματα, είναι σαν να θυσιάζει ένα παιδί μπροστά στα μάτια του πατέρα του. 21 Το παιδί των φτωχών είν’ η ζωή τους· κι εκείνος που τους το στερεί είναι φονιάς. 22 Όποιος από το διπλανό του τη διατροφή του αφαιρεί, είναι το ίδιο σαν να τον σκοτώνει· κι όποιος δε δίνει στον εργάτη το μισθό του, είναι φονιάς.
23 Όταν ο ένας χτίζει κι ο άλλος γκρεμίζει, εκτός από τους κόπους ποια είν’ η ωφέλεια; 24 Όταν ο ένας λέει ευχές κι ο άλλος λέει κατάρες, ποιανού φωνή θ’ ακούσει ο Κύριος; 25 Αυτός που καθαρίστηκε από άγγιγμα νεκρού, και τον αγγίζει πάλι, απ’ τον καθαρισμό του ποιο είναι τ’ όφελος; 26 Το ίδιο είναι κι ο άνθρωπος που για τις αμαρτίες του νηστεύει, και πάλι πάει και ξανακάνει τα ίδια· την προσευχή του ποιος θα την ακούσει; σε τι ωφελήθηκε που ταπεινώθηκε;