1 Simão, filho de Onias, sumo sacerdote, foi quem, durante a sua vida, sustentou a casa do Senhor; e durante os seus dias, fortificou o templo.
2 Por ele foi fundado o alto edifício do templo, o edifício duplo e as altas muralhas.
3 Em seus dias, a água jorrou dos reservatórios, que se encheram extraordinariamente, como o mar de bronze,
4 ele cuidou do seu povo, libertou-o da perdição.
5 Foi bastante poderoso para aumentar a cidade, conquistou glória em suas relações com a nação, e alargou a entrada do templo e do átrio.
6 Como a estrela-d’alva brilha no meio das nuvens, como brilha a lua nos dias de lua cheia,
7 como brilha o sol radioso, assim resplandeceu ele no Templo de Deus.
8 Ele era como o arco-íris fulgurando nas nuvens luminosas, como a flor da roseira em dia de primavera, como os lírios à beira de uma corrente de água, e como o incenso que exala seu perfume nos dias de verão;
9 como um fogo que lança centelhas, como o incenso que se queima no fogo;
10 como um vaso de ouro maciço, adornado de pedrarias;
11 como uma oliveira cujos rebentos crescem, e como um cipreste que se ergue para o alto. Assim aparecia ele quando se cobria com o manto de aparato, e revestia os ornatos de sua dignidade.
12 Subindo ao altar santo, honrava os santos ornamentos.
13 Conservando-se de pé junto do altar, recebia as partes das vítimas da mão dos sacerdotes, e os seus irmãos o rodeavam como uma coroa, como uma plantação de cedros no monte Líbano.
14 Como as folhas de uma palmeira, todos os filhos de Aarão mantinham-se em volta dele em sua magnificência.
15 A oblação do Senhor era apresentada pelas suas mãos diante do povo de Israel. Quando terminava o sacrifício no altar, a fim de enaltecer a oblação do rei Altíssimo,
16 ele estendia a mão para a libação, e espargia o sangue da videira;
17 derramava ao pé do altar um perfume divino para o príncipe Altíssimo.
18 Então, os filhos de Aarão manifestavam-se com exclamações, e tocavam trombetas de metal batido; faziam ouvir grandes clamores para se fazerem lembrados diante de Deus.
19 E todo o povo se comprimia em multidão, e caía com a face por terra, para adorar o Senhor, seu Deus, e dirigir preces ao Deus Todo-poderoso, o Altíssimo.
20 Os cantores elevavam a voz, e do vasto edifício subia uma suave melodia.
21 O povo orava ao Senhor, o Altíssimo, até que terminasse o culto do Senhor, e que as cerimônias tivessem fim,
22 Então, descendo do altar, o sumo sacerdote elevava as mãos sobre todo o povo israelita, para render glória a Deus em alta voz, e para glorificá-lo em seu nome.
23 E o povo repetia sua oração, querendo demonstrar o poder de Deus.
24 E, agora, orai ao Deus de todas as coisas, que fez grandes coisas pela terra toda, que multiplicou nossos dias desde o seio materno, e usou de misericórdia para conosco.
25 Que ele nos conceda a alegria do coração, e que a paz esteja com Israel agora e para sempre;
26 para que Israel creia que a misericórdia de Deus está conosco, e que nos liberte quando chegar o dia.
27 Há dois povos que minha alma abomina, e o terceiro, que aborreço, nem sequer é um povo:
28 aqueles que vivem no monte Seir, os filisteus, e o povo insensato que habita em Siquém.
29 Jesus, filho de Sirac de Jerusalém, escreveu neste livro uma doutrina de sabedoria e ciência, e derramou nele a sabedoria de seu coração.
30 Feliz aquele que se entregar a essas boas palavras; aquele que as guardar no coração será sempre sábio;
31 pois, se ele as cumprir, será capaz de todas as coisas, porque a luz de Deus guiará os seus passos.
Ο αρχιερέας Σίμων
1 Ο αρχιερέας Σίμων, γιος του Ονία,Σίμων, γιος του Ονία. Πρόκειται πιθανώς για το Σίμωνα Β΄, γιο του Ονία Β΄ (220-195 π.Χ.) Εις Β΄ Μακ κεφ. 3 αναφέρεται ο Σίμων, γιος του Ονία Γ΄. είναι αυτός, που στην εποχή του επισκεύασε το ναό και τον στερέωσε. 2 Αυτός έβαλε τα θεμέλια για τους ψηλούς διπλούς τοίχους, το ψηλό περιτείχισμα της αυλής του ναού. 3 Στις μέρες του σκάφτηκε μια δεξαμενή για τα νερά, μια στέρνα που είχε την περίμετρο της χάλκινης λεκάνης του ναού, η οποία ονομαζόταν «θάλασσα». 4 Αυτός φρόντιζε να προστατεύει το λαό του από τις ξένες κατακτήσεις και οχύρωσε την πόλη για ενδεχόμενη πολιορκία της.
5 Πόσο ήταν υπέροχος ο Σίμων, τριγυρισμένος από το λαό του, την ώρα που έβγαινε από το καταπέτασμα του ναού! 6 Ήτανε σαν το πρωινό αστέρι ανάμεσα στα σύννεφα, σαν το ολόγιομο φεγγάρι, 7 σαν τον ήλιο που λάμπει πάνω στου Υψίστου το ναό και σαν το ουράνιο τόξο, που σελαγίζει μέσα στα φλογισμένα σύννεφα. 8 Σαν το τριαντάφυλλο την άνοιξη, σαν κρίνο πλάι στις νεροπηγές, σαν κλώνος δέντρου του Λιβάνου σε μέρες καλοκαιρινές· 9 σαν ανθρακιά και μοσχολίβανο πάνω στο θυμιατήρι, σαν το σφυρήλατο, μαλαματένιο τάσι, κάθε λογής ατίμητα πετράδια στολισμένο· 10 σαν την ελιά τη φορτωμένη με καρπούς και σαν το κυπαρίσσι, που υψώνεται ως τα σύννεφα.
11 Όταν φορούσε την επίσημη στολή του ντυμένος με υπέροχη λαμπρότητα, όταν ανέβαινε στο άγιο θυσιαστήριο, γέμιζε με λαμπρότητα την αυλή του ναού. 12 Όταν δεχόταν τα κομμάτια της θυσίας από των ιερέων τα χέρια, ορθός ο ίδιος κοντά στη σχάρα του βωμού κι ήταν τριγύρω του σαν το στεφάνι οι αδερφοί του οι ιερείς, σαν νιόβλαστος φαινόταν κέδρος του Λιβάνου, τριγυρισμένος από φοινικιές. 13 Και οι απόγονοι του Ααρών σ’ όλη τους τη λαμπρότητα, στα χέρια τους κρατώντας τις προσφορές για τον Κύριο, στέκονταν μπρος στη συνάθροιση των Ισραηλιτών, 14 ενόσω εκείνος τη λατρεία συμπλήρωνε πάνω στους βωμούς, τακτοποιώντας την προσφορά για τον Ύψιστο, τον Παντοδύναμο. 15 Άπλωνε αυτός το χέρι του στο τάσι της σπονδής κι έσταζε σαν το κρασί του σταφυλιού το αίμα και το έχυνε στη βάση του θυσιαστηρίου, σαν μυρουδιά ευωδιαστή στον Ύψιστο, το βασιλιά των όλων. 16 Τότε φωνάζαν οι απόγονοι του Ααρών, σαλπίζαν με τις σφυρηλατημένες σάλπιγγες και κάνανε ν’ ακούγεται ένας ήχος δυνατός, για να τους θυμηθεί ο Ύψιστος. 17 Αμέσως τότε όλος ο λαός μαζί έπεφτε με το πρόσωπο στη γη, να προσκυνήσουν τον Κύριό τους τον παντοδύναμο, το Θεό τον ύψιστο. 18 Κι οι ψάλτες ύμνους ψέλναν δυνατά, και σ’ όλο το ναό ακουγόταν η γλυκιά μελωδία. 19 Ο λαός ικέτευε τον Κύριο τον ύψιστο, υψώνοντας προσευχές σ’ εκείνον που είναι σπλαχνικός, ωσότου ολοκληρωνόταν η ακολουθία της λατρείας του και τέλειωνε η τελετουργία. 20 Τότε ο Σίμων κατέβαινε και σήκωνε τα χέρια του προς όλη τη συνάθροιση των Ισραηλιτών, για να δώσει με τα χείλη του την ευλογία του Κυρίου και να ’χει την τιμή το όνομά του να προφέρει. 21 Και ο λαός ήταν για δεύτερη φορά γονατισμένος, για να δεχτεί την ευλογία από τον Ύψιστο.
Παραίνεση
22 Και τώρα πείτε: Ευλογημένος ο Θεός των όλων,
που έργα μεγαλειώδη κάνει παντού!
Τη ζωή μας την εξυψώνει απ’ την κοιλιά της μάνας μας
και ενεργεί πάνω μας κατά την ευσπλαχνία του.
23 Χαρά ας μας δώσει στην καρδιά,
και στον Ισραήλ ειρήνη ας χαρίσει στις μέρες μας,
καθώς το ’κανε και στο παρελθόν.
24 Μαζί μας μόνιμα ας μένει το έλεός του
κι όσο ακόμα ζούμε ας μας λυτρώσει.
Τα μισητά γειτονικά έθνη
25 Δύο είναι τα έθνη που απεχθάνεται η ψυχή μου και το τρίτο δεν είναι καν έθνος: 26 Αυτοί που κατοικούν στ’ όρος Σηείρ,στ’ όρος Σηείρ, κατά το εβρ. Οι Ο΄ έχουν «στη Σαμάρεια». οι Φιλισταίοι και οι ανόητοι οι Σαμαρείτες.
Επίλογος
27 Διδασκαλία σύνεσης και γνώσης έγραψα σ’ αυτό το βιβλίο εγώ ο Ιησούς, γιος του Σειράχ, ο Ιεροσολυμίτης. Σαν βροχή ξεχύθηκε η σοφία απ’ την καρδιά μου. 28 Ευτυχισμένος είναι εκείνος που θ’ ασχοληθεί μ’ αυτά τα πράγματα, και βάζοντάς τα στην καρδιά του, σοφός θα γίνει. 29 Αν τα εφαρμόσει θα ’ναι ικανός για καθετί, γιατί του Κυρίου το φως θα οδηγεί τα βήματά του.