1 Josué, filho de Nun, foi um valente na guerra. Sucedeu Moisés entre os profetas; foi ilustre, tão ilustre como o nome que trazia,
2 muito ilustre salvador dos eleitos de Deus, para derrubar os inimigos que se levantavam, e para conquistar a herança de Israel.
3 Que glória não alcançou ele em levantar as suas mãos, e em brandir a espada contra as cidades!
4 Quem pôde enfrentá-lo? Pois o Senhor mesmo lhe trazia os seus inimigos.
5 Não deteve ele o sol, em sua cólera? Não se tornou um só dia tão longo como dois?
6 Ele invocou o Altíssimo Todo-poderoso, atacando os inimigos de todos os lados: o Deus grande e santo o atendeu com uma chuva de pedras de grande força.
7 Investiu impetuosamente contra as hostes inimigas, e despedaçou-as na descida do vale,
8 para que as nações conhecessem o poder de Deus, e soubessem que não é fácil combater contra Deus, ele seguiu sempre o Todo-poderoso.
9 No tempo em que Moisés ainda vivia, praticou um ato de piedade com Caleb, filho de Jefoné, permanecendo firme contra o inimigo, impedindo o povo de pecar, e abafando a murmuração excitada pela malícia.
10 Dentre um número de seiscentos mil homens de pé, esses dois foram escolhidos e poupados da morte, para levar o povo à sua herança, nessa terra onde mana leite e mel.
11 O Senhor deu força a Caleb; até a velhice permaneceu ele vigoroso, para subir a um lugar elevado na terra prometida, que a sua descendência recebeu como herança,
12 para que todos os israelitas reconhecessem que é bom obedecer ao Deus santo.
13 Em seguida, vieram os juízes, cada um (designado) pelo seu nome, aqueles cujos corações não se perverteram, e que não se afastaram do Senhor.
14 Que a sua memória seja abençoada, e seus ossos floresçam em seus sepulcros!
15 Que seu nome permaneça eternamente, e passe aos seus filhos com a glória desses santos homens!
16 Amado pelo Senhor, seu Deus, Samuel, o profeta do Senhor, instituiu um novo governo, e ungiu príncipes entre o seu povo.
17 Julgou a assembleia segundo a Lei do Senhor. E o Deus de Jacó o visitou. Por sua fidelidade ele se mostrou verdadeiramente profeta,
18 e foi fiel em suas palavras, porque viu o Deus da luz.
19 Invocou o Deus Todo-poderoso, ofereceu-lhe um cordeiro sem mácula, quando os seus inimigos o perseguiam por todos os lados.
20 O Senhor trovejou do céu, fazendo ouvir sua voz com grande estrondo.
21 Destroçou os príncipes de Tiro, e todos os chefes dos filisteus.
22 Antes de terminar a sua vida neste mundo, tomou como testemunha o Senhor e seu ungido, de que não tinha recebido dinheiro de pessoa alguma, nem mesmo uma sandália, e não achou ninguém que o acusasse.
23 Depois disso, adormeceu e apareceu ao rei, e lhe mostrou seu fim (próximo); levantou a sua voz do seio da terra para profetizar a destruição da impiedade do povo.
Ο Ιησούς του Ναυή και ο Χάλεβ
1 Ισχυρός ήταν στους πολέμους ο Ιησούς, γιος του Ναυή, που διαδέχτηκε το Μωυσή στο προφητικό του έργο· αυτός, όπως το λέει και τ’ όνομά τουΤο όνομα Ιησούς σημαίνει «Ο Θεός σώζει». αναδείχτηκε σε μεγάλο σωτήρα του λαού, που ο Κύριος είχε διαλέξει για δικόν του· νίκησε τους εχθρούς που είχαν ξεσηκωθεί εναντίον τους, ώστε ο Ισραήλ να καταλάβει τη γη του. 2 Πόσο δοξάστηκε όταν με υψωμένο χέρι το ξίφος κράδαινε στις πολιτείες ενάντια! 3 Πρωτύτερα απ’ αυτόν, ποιος στάθηκε έτσι; Αυτός είχε το πρόσταγμα στις μάχες του Κυρίου. 4 Με τη δική του διαταγή στάθηκε ο ήλιος, κι η μία μέρα έγινε σαν να ’ταν δυο; 5 Επικαλέστηκε τον Ύψιστο, τον Κραταιό, όταν οι εχθροί τον πίεζαν απ’ όλες τις μεριές τριγύρω· ο μέγας Κύριος τον εισάκουσε κι έστειλε χαλαζόλιθους με ορμή τρομαχτική. 6 Εξαπέλυσε πόλεμο ενάντια σ’ έθνος εχθρικό και στον κατήφορο εξόντωσε τους αντιπάλους, ώστε τα έθνη να γνωρίσουν τη δύναμη των όπλων του και ότι πολεμούσε με του Κυρίου την έγκριση· και πραγματικά, αυτός τον Παντοδύναμο ακολουθούσε.
7 Την εποχή του Μωυσή έδειξε ο Ιησούς την ευσέβειά του, όταν αυτός κι ο Χάλεβ, γιος του Ιεφοννή, αντισταθήκανε σ’ όλη στη σύναξη και σταμάτησαν τον αμαρτωλό γογγυσμό τους. Έτσι εμπόδισαν το λαό απ’ το να αμαρτήσει. 8 Κι αυτοί μόνον οι δύο σώθηκαν από τις εξακόσιες χιλιάδες τους πεζούς, ώστε να μπούνε στην κληρονομιά τους, στη γη που ρέει γάλα και μέλι. 9 Ο Κύριος έδωσε στο Χάλεβ δύναμη, που τον συνόδευε ως τα γηρατειά του κι έτσι ανέβηκε στα υψώματα της γης, που οι πρόγονοί του τα πήραν ιδιοκτησία τους. 10 Μ’ αυτό είδαν όλοι οι Ισραηλίτες ότι είναι καλό ν’ ακολουθεί κανείς τον Κύριο.
Οι Κριτές
11 Επίσης και οι Κριτές, καθένας τους με τ’ όνομά του, αυτοί που η καρδιά τους δε λάτρεψε τα είδωλα και που από τον Κύριο δεν απομακρύνθηκαν, ας είν’ ευλογημένη η μνήμη τους. 12 Ας αναδώσουν τα κόκαλά τους νέα ζωή από ’κει που βρίσκονται και τ’ όνομά τους το τιμημένο ας αναβιώσει στα παιδιά τους.
Ο Σαμουήλ
13 Ο Σαμουήλ, ο αγαπημένος προφήτης του Κυρίου του, θεμέλιωσε τη βασιλεία κι έχρισε άρχοντες για το λαό του. 14 Σύμφωνα με το νόμο του Κυρίου έκρινε το λαό κι ο Κύριος σπλαχνίστηκε τους απογόνους του Ιακώβ. 15 Με την πίστη του αποδείχτηκε προφήτης γνήσιος και με τα λόγια του αναγνωρίστηκε των οραμάτων του η αξιοπιστία. 16 Ζήτησε τη βοήθεια του παντοδύναμου Κυρίου προσφέροντας αρνί του γάλακτος, όταν τον πίεζαν οι εχθροί του ολόγυρα· 17 και με βροντή απάντησε ο Κύριος απ’ τον ουρανό, με μεγάλο θόρυβο έκανε ν’ ακουστεί η φωνή του. 18 Σάρωσε των εχθρώντων εχθρών, κατά το εβρ. Οι Ο΄ έχουν «των κατοίκων της Τύρου». τους αρχηγούς κι όλους τους άρχοντες των Φιλισταίων. 19 Και πριν τον αιώνιο ύπνο κοιμηθεί, κάλεσε ο Σαμουήλ το λαό σαν μάρτυρα μπροστά στον Κύριο και στο βασιλιά, και είπε: «Από κανέναν χρήματα δεν πήρα ούτε σανδάλια ένα ζευγάρι»· και κανείς δεν βρέθηκε να τον διαψεύσει. 20 Ακόμη και μετά την κοίμησή του προφήτεψε και προείπε στο βασιλιά το τέλος του· από μέσα απ’ τη γη προφήτεψε με δυνατή φωνή, για να σβήσει την ανομία του λαού.