1 Aquele que teme o Senhor não será surpreendido por nenhuma desgraça. Mas Deus o protegerá na provação, e o livrará de todo o mal.
2 O sábio não odeia nem os mandamentos nem os preceitos. Ele não se despedaçará como uma nave na tempestade.
3 O homem sensato crê na Lei de Deus, e a Lei lhe é fiel.
4 Aquele que esclarece uma pergunta, prepara a resposta; depois de assim ter orado, ele será atendido. Ele concentra as suas ideias e depois responde.
5 O coração do insensato é como as rodas de um carro, e o seu pensamento é semelhante a um eixo que gira.
6 O amigo zombador é como o garanhão, que relincha debaixo de qualquer um que o monta.
7 Por que um dia prevalece sobre outro dia, uma luz sobre outra luz, um ano sobre outro ano, provindo todos do mesmo sol?
8 Foi a ciência do Senhor que os diferenciou, quando criou o sol que atende às suas leis;
9 ele distinguiu os tempos e os dias de festa, nos quais os homens celebram pontualmente as solenidades.
10 Entre eles há alguns que Deus elevou e consagrou; a outros pôs no número dos dias comuns. Foi assim que Deus tirou todos os homens do solo e da terra de que foi formado Adão.
11 Em sua grande sabedoria, o Senhor os distinguiu, e diversificou os seus caminhos.
12 Entre eles, alguns foram abençoados e exaltados, outros foram santificados, e ele os tomou para si. Entre eles, alguns foram amaldiçoados e humilhados, os quais ele expulsou de seu lugar de exílio.
13 Como o barro está nas mãos do oleiro, que o amolda e o dispõe,
14 dando-lhe todas as formas que deseja, assim é o homem na mão de quem o criou, e que lhe retribuirá segundo o seu juízo.
15 Diante do mal está o bem; diante da morte, a vida, assim também diante do justo está o pecador. Considera assim todas as obras do Altíssimo; estão sempre duas a duas, opostas uma à outra.
16 E eu fui o último que despertei, e fiz como o que junta os grãos depois da vindima.
17 Eu também esperei na bênção de Deus, e enchi a tina como o vindimador.
18 Olhai que não trabalhei só para mim, mas para todos os que buscam a doutrina.
19 Ouvi-me, ó poderosos e todos os povos! E vós, chefes da assembleia, escutai-me!
20 Ao teu filho, à tua mulher, ao teu irmão, ao teu amigo, não concedas autoridade sobre ti durante tua vida. Não dês teus bens a outrem, para não te arrependeres e teres de tornar a pedi-los.
21 Enquanto viveres e respirares, que ninguém te faça mudar a esse respeito,
22 porque é melhor que os teus filhos te peçam do que estares tu olhando para as mãos de teus filhos.
23 Em tudo o que fizeres conserva a tua autoridade;
24 não manches o teu bom nome. Somente no fim de tua vida, no momento da morte, distribuirás a tua herança.
25 Para o jumento o feno, a vara e a carga. Para o escravo o pão, o castigo e o trabalho.
26 O escravo só trabalha quando corrigido, e só aspira ao repouso; afrouxa-lhe a mão, e ele buscará a liberdade.
27 O jugo e a correia fazem dobrar o mais rígido pescoço; o trabalho contínuo torna o escravo dócil.
28 Para o escravo malévolo a tortura e as peias; manda-o para o trabalho para que ele não fique ocioso,
29 pois a ociosidade ensina muita malícia.
30 Ocupa-o no trabalho, pois é o que lhe convém. Se ele não obedecer, submete-o com grilhões, mas não cometas excessos, seja com quem for, e não faças coisa alguma importante sem ter refletido.
31 Se tiveres um escravo fiel, que ele te seja tão estimado como tu mesmo. Trata-o como irmão, porque foi pelo preço de teu sangue que o obtiveste.
32 Se o maltratares injustamente, ele fugirá;
33 se ele for embora, não saberás a quem perguntar, nem onde deverás procurá-lo.
1 Κακό δεν πρόκειται να βρει αυτόν που σέβεται τον Κύριο. Και στη δοκιμασία ακόμα, πάλι θα τον σώσει αυτός. 2 Ο άνθρωπος ο σοφός το νόμο του Θεού δε θα μισήσει, ενώ αυτός που υποκρίνεται πως τον τηρεί, είναι καθώς το πλοίο στην τρικυμία. 3 Ο άνθρωπος ο γνωστικός θα ’χει στο νόμο εμπιστοσύνη, ο νόμος θα του είναι αξιόπιστος σαν θεϊκός χρησμός.
4 Να προετοιμάζεις ό,τι πρόκειται να πεις, κι έτσι με προσοχή θα σε ακούνε· να συναρμολογείς τις γνώσεις σου κι έπειτα ν’ απαντάς. 5 Τα αισθήματα κι η σκέψη του ανόητου, σαν έμμονες ιδέες γυρίζουν πάντα γύρω απ’ τα ίδια πράγματα, όπως η ρόδα του αμαξιού γύρω απ’ τον άξονά της. 6 Ο φίλος ο σαρκαστικός μοιάζει βαρβάτο άλογο, που χλιμιντρίζει όποιος και να καθίσει πάνω του.
Ανισότητες
7 Γιατί ορισμένες μέρες είναι απ’ τις άλλες σπουδαιότερες, αφού απ’ τον ήλιο έρχεται το φως όλες τις μέρες μες στο χρόνο; 8 Ο Κύριος μες στη σοφία του τις διαχώρισε κι αυτός καθόρισε τις εποχές και τις γιορτές. 9 Απ’ αυτές άλλες τις ξεχώρισε και τις αγίασε, κι άλλες τις άφησε μέσα στις μέρες της σειράς.
10 Όλοι οι άνθρωποι είν’ από χώμα, και ο Αδάμ πλάστηκε απ’ τη γη. 11 Ωστόσο ο Κύριος μες την παντογνωσία του τους διαχώρισε κι έκανε διαφορετική του καθενός τους την πορεία. 12 Απ’ αυτούς, άλλους τους ευλόγησε και τους ανέδειξε, άλλους τους εξαγίασε, τους έφερε κοντά του κι άλλους πάλι τους καταράστηκε και τους ταπείνωσε και τους ανέτρεψε απ’ τη θέση που είχαν. 13 Σαν τον πηλό του αγγειοπλάστη μες στο χέρι του, που τον διαμορφώνει όπως θέλει, έτσι είν’ οι άνθρωποι μέσα στου πλάστη τους τα χέρια. Αποφασίζει αυτός τι θα τους κάνει.
14 Αντίκρυ στο κακό βρίσκεται το καλό· στο θάνατο αντίκρυ είν’ η ζωή. Έτσι είναι κι ο αμαρτωλός στον ευσεβή απέναντι. 15 Κοίτα, λοιπόν, τα έργα του Υψίστου, πως όλα πάν’ ζευγαρωτά, αντίκρυ το ένα στ’ άλλο.
16 Κι εγώ, που τελευταίος ήμουν, έτρεξα καθώς εκείνος που μαζεύει ρώγες πίσω απ’ τους τρυγητές. 17 Και με την ευλογία του Κυρίου πρόφτασα και γέμισα σαν τρυγητής το πατητήρι με σταφύλια. 18 Βλέπετε, δεν κουράστηκα για μένα μοναχά, μα και για χάρη όλων αυτών που μόρφωση γυρεύουν. 19 Ακούστε με, του λαού εσείς οι άρχοντες, κι οι αρχηγοί της σύναξης δώστε την προσοχή σας.
Ανεξαρτησία
20 Στο γιο σου ή στη γυναίκα σου, στον αδερφό σου ή στο φίλο σου μη δώσεις εξουσία πάνω σου όσο θα ζεις· και μη χαρίσεις σ’ άλλον τ’ αγαθά σου, μήπως κι αλλάξεις γνώμη και πρέπει να παρακαλείς για να τα πάρεις πίσω. 21 Όσο ζεις κι ανασαίνεις, κανέναν μην αφήσεις ν’ αποφασίζει αυτός για σένα. 22 Γιατί είναι προτιμότερο να σε παρακαλούνε τα παιδιά σου, παρά να τα κοιτάς εσύ στα χέρια. 23 Σ’ όλα τα έργα σου εσύ να υπερτερείς και μην αφήνεις να αμφισβητούν την αυθεντία σου. 24 Τη μέρα που η ζωή σου θα τελειώνει και της θανής σου θα ’ρθει ο καιρός, τότε μοίρασε την περιουσία σου.
Για τους δούλους
25 Το σανό, το ραβδί και τα φορτία είναι για το γαϊδούρι· μα για τον υπηρέτη είν’ το ψωμί, η πειθαρχία κι η δουλειά. 26 Βάλε το δούλο σου να δουλέψει και θα ’χεις την ησυχία σου· άφησέ τον χωρίς δουλειά και θα ζητήσει ελευθερία. 27 Ο ζυγός και το χαλινάρι λυγίζουν τον τράχηλο, μα για τον κακοήθη υπηρέτη χρειάζονται ραβδιές και μαστιγώματα. 28 Βάλ’ τον να εργάζεται για να μην τεμπελιάζει, γιατί πολλά κακά διδάσκει η αργία. 29 Βάλ’ τον στα έργα αυτά που του ταιριάζουν κι αν δε συμμορφωθεί βάλ’ του δεσμά. 30 Μα από κανέναν να μην έχεις απαιτήσεις υπερβολικές ούτε να κάνεις κάτι που δε θα ’ναι δίκαιο.
31 Αν έχεις ένα μόνο δούλο, σαν τον εαυτό σου πρόσεχέ τον, γιατί με αίμα τον απέκτησες. 32 Αν έχεις ένα μόνο δούλο, σαν σε αδερφό σου να του φέρεσαι, γιατί θα τον χρειαστείς σαν τη ζωή σου. 33 Αν βάναυσα τον μεταχειριστείς και σηκωθεί και φύγει, από ποιον δρόμο θα γυρεύεις να τον βρεις;