Pular para o conteúdo
Publicidade

Sirach 14

TGVD

1 Feliz o homem que não pecou pelas suas palavras, e que não é atormentado pelo remorso do pecado.

2 Feliz aquele cuja alma não está triste e que não está privado de esperança!

3 Para o homem avarento e cúpido a riqueza é inútil; para que serve o ouro ao homem invejoso?

4 Quem acumula injustamente, com prejuízo da vida, acumula para outros, e outro de vir que esbanjará esses bens na devassidão.

5 Para quem será bom aquele que é mau para si mesmo? Não terá nenhuma satisfação em seus bens.

6 Nada é pior do que aquele que é avaro consigo mesmo: eis o verdadeiro salário de sua maldade.

7 Se ele fizer algum bem, é inconscientemente, a seu pesar, e acaba desvendando a sua maldade.

8 O olhar do invejoso é mau; ele desvia o rosto e despreza sua alma.

9 O olhar do avarento é insaciável a respeito da iniquidade, ficará satisfeito quando tiver ressecado e consumido a sua alma.

10 O olhar maldoso leva ao mal; não será saciado com pão, mas será pobre e triste em sua própria mesa.

11 Meu filho, se algo tiveres, faze com isso algum bem a ti mesmo, e apresenta a Deus oferendas dignas.

12 Lembra-te de que a morte não tarda, e de que o pacto da moradia dos mortos te foi revelado, pois é lei deste mundo que é preciso morrer.

13 Antes de morrer, faze bem ao teu amigo, e esmola ao pobre conforme tuas posses.

14 Não te prives de um dia feliz, e não deixes escapar nenhuma parcela do precioso dom.

15 Não será a outrem que deixarás o fruto de teus esforços e de teus trabalhos, para ser repartido por sorte?

16 e recebe, e justifica a tua alma.

17 Pratica a justiça, antes de tua morte, pois na moradia dos mortos não de se achar alimento.

18 Toda carne fenece como a erva, e como a folha que cresce numa árvore vigorosa:

19 umas nascem, outras caem. Assim, nesta raça de carne e sangue, uma geração morre, outra nasce.

20 Tudo o que é corruptível acabará por ser destruído, e o artesão morrerá com o seu trabalho.

21 Toda obra excelente será aprovada e o seu autor nela achará orgulho.

22 Feliz o homem que persevera na sabedoria, que se exercita na prática da justiça, e que, em seu coração, pensa no olhar de Deus que tudo ;

23 que repassa no seu coração os seus caminhos, que penetra no conhecimento de seus segredos, que caminha atrás dela seguindo-lhe as pegadas, e que permanece em suas vias;

24 que olha pelas suas janelas, que escuta à sua porta,

25 que se detém junto a sua casa e que, enterrando uma estaca dentro de suas muralhas, edifica sua cabana junto a ela. Nessa cabana, seus haveres repousam tranquilamente para sempre;

26 sob esse abrigo ele estabelece os seus filhos, e ele mesmo residirá debaixo dos seus ramos.

27 Em sua sombra ele encontra abrigo contra o calor, e repousará na sua glória.

1 Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που με τα λόγια του δε σφάλλει, και δεν τον βασανίζουν τύψεις για τις αμαρτίες του. 2 Ευτυχισμένος είναυτός, που δεν τον μέμφεται η συνείδησή του και την ελπίδα του δεν έχασε.

3 Για τον φιλάργυρο καλό δεν είνο πλούτος· και ταγαθά τι χρειάζονται σάνθρωπο φθονερό; 4 Εκείνος που μαζεύει στερώντας τον εαυτό του, γιάλλους μαζεύει· με τα δικά του αγαθά άλλοι θα ζήσουν μέσα σε χλιδή. 5 Εκείνος που είναι σκληρός για τον εαυτό του, για ποιον θα ναι καλός; Δε θαπολαύσει ούτε ταγαθά του. 6 Άνθρωπος δεν υπάρχει πιο κακός από κείνον που βασανίζει τον εαυτό του· κι ετούτο είναι της κακίας του το τίμημα. 7 Ακόμα κι όταν κάνει το καλό, το κάνει κατά λάθος· στο τέλος φανερώνει την κακία του. 8 Είναι κακός εκείνος που έχει μάτι φθονερό, που στρέφει απαλλού το πρόσωπό του και τους ανθρώπους τους περιφρονεί. 9 Το μάτι του πλεονέκτη μόσα έχει δε χορταίνει, κι η απληστία τού στεγνώνει την ψυχή. 10 Τσιγκουνεύεται κάποιος το ψωμί του, κι αυτό του λείπει απτο τραπέζι του.

Η καλή διαχείριση του πλούτου

11 Παιδί μου, σύμφωνα με τις δυνάμεις σου να ζεις καλά και δώρα άξια στον Κύριο να προσφέρεις. 12 Να σκέφτεσαι πως δεν αργεί ο θάνατος να ρθεί, και την απόφαση του άδη δεν την ξέρεις. 13 Όσο ζεις να ευεργετείς το φίλο σου κι όσο μπορείς το χέρι σου ναπλώνεις, να του δίνεις. 14 Στον εαυτό σου μη στερείς την ευτυχία μιας μέρας και μη χάνεις την ευκαιρία ναπολαύσεις μια νόμιμη επιθυμία. 15 Όσα με μόχθο απόχτησες, σε άλλον θα ταφήσεις· και ταγαθά του κόπου σου θα μοιραστούν με κλήρο. 16 Δώσε και πάρε, γέμισε την ψυχή σου από χαρά, γιατί δε θα ναι δυνατό απόλαυση στον άδη να ζητήσεις. 17 Κάθε άνθρωπος γερνάει, παλιώνει σαν το ρούχο· ο αιώνιος νόμος είναι να πεθάνεις. 18 Σένα δέντρο πυκνόφυλλο βλασταίνουν φύλλα, άλλα πέφτουν κι άλλα ξαναφυτρώνουν· έτσι συμβαίνει και με των ανθρώπων τις γενιές· η μια πεθαίνει, γεννιέται η άλλη. 19 Κάθε έργο αφού σαπίσει χάνεται· κι εκείνος που το εργάζεται, μαζί μαυτό θα φύγει.

Η ευτυχία του σοφού

20 Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που τη σοφία μελετάει και σκέφτεται με σύνεση, 21 που μέσα του στοχάζεται τους δρόμους της και συλλογίζεται τα μυστικά της. 22 Πίσω της τρέχει σαν ανιχνευτής, και στήνει για το διάβα της καρτέρι. 23 Κοιτάζει μέσαπτα παραθυρά της και βάζει αυτί στις πόρτες της. 24 Πάει και κατοικεί κοντά στο σπίτι της, πάνω στους τοίχους της στηρίζει τη σκηνή του, 25 κοντά της στήνει τη σκηνή του και μένει μόνιμα σένα κατάλυμα ευτυχίας· 26 κάτω απτην προστασία της βάζει τα παιδιά του και κάτω απτα κλαδιά της καταφεύγει. 27 Τον προστατεύει η σοφία απτο λιοπύρι και στη δική της δόξα μέσα κατοικεί.

Veja também