Pular para o conteúdo
Publicidade

Sirach 40

TGVD

1 Uma grande inquietação foi imposta a todos os homens, e um pesado jugo acabrunha os filhos de Adão, desde o dia em que saem do seio materno, até o dia em que são sepultados no seio da mãe comum:

2 seus pensamentos, os temores de seu coração, a apreensão do que esperam, e o dia em que tudo acaba,

3 desde o que se senta num trono magnífico, até o que se deita sobre a terra e a cinza;

4 desde o que veste púrpura e ostenta coroa, até aquele que se cobre de pano. Furor, ciúme, inquietação, agitação, temor da morte, cólera persistente e querelas.

5 E na hora de repousar no leito, o sono da noite perturba-lhe as ideias.

6 Ele repousa um pouco, tão pouco que é como se não repousasse; e no mesmo sono, como uma sentinela durante o dia,

7 é perturbado pelas visões de seu espírito, como um homem que foge do combate. No momento em que se julga em lugar seguro, ele se levanta e admira-se do seu vão temor.

8 Assim acontece a toda criatura, desde os homens até os animais. Mas para os pecadores é sete vezes mais.

9 Além do mais, a morte, o sangue, as querelas, a espada, as opressões, a fome, a ruína e os flagelos

10 foram todos criados para os maus, e foi por causa deles que veio o dilúvio.

11 Tudo o que vem da terra voltará à terra, como todas as águas regressam ao mar.

12 Todo presente e todo bem mal adquiridos perecerão; a boa-fé, porém, subsistirá eternamente.

13 As riquezas dos injustos secarão como uma torrente; elas assemelham-se a uma trovoada que estala na chuva.

14 O homem se regozija quando abre a mão, mas no fim os prevaricadores serão aniquilados.

15 A posteridade dos ímpios não multiplicará os ramos; as raízes impuras agitam-se no alto de um rochedo.

16 A vegetação que cresce à beira das águas, ao longo de um rio, será arrancada antes de todas as ervas dos campos.

17 A beneficência é como um paraíso abençoado, e a misericórdia permanecerá eternamente.

18 Doce é a vida do operário que se basta a si próprio; vivendo assim, encontrará um tesouro.

19 Os filhos e a fundação de uma cidade dão firmeza a um nome, mas é mais estimada que um e outro uma mulher sem mácula.

20 O vinho e a música alegram o coração: sobre um e outro, porém, prevalece o amor da sabedoria.

21 A flauta e a harpa emitem um som harmonioso; a língua suave, porém, supera uma e outra.

22 A graça e a beleza são atraentes para o olhar; mais do que uma e outra é a vegetação dos campos.

23 Um amigo ajuda a seu amigo no momento oportuno. Mais do que um e outro, uma mulher ajuda seu marido.

24 Os irmãos são um socorro no tempo da tribulação. Mais do que eles, porém, a misericórdia liberta.

25 O ouro e a prata são bases sólidas. Um bom conselho, porém, supera um e outra.

26 As riquezas e as energias elevam o coração; o temor do Senhor, porém, sobrepuja umas e outras.

27 Nada falta àquele que tem o temor do Senhor; e com ele não necessidade de outro auxílio.

28 O temor do Senhor é-lhe como um paraíso abençoado; ele está revestido de uma glória que supera toda glória.

29 Meu filho, não leves nunca uma vida de mendigo, pois mais vale morrer que mendigar.

30 Quando um homem olha para a mesa de outro, sua vida não é realmente vida, na obsessão do alimento, porque se nutre dos víveres de outrem;

31 mas o homem moderado e educado se acautela contra isso.

32 Na boca do insensato, a coisa mendigada é doce; mas nas suas entranhas arderá um fogo.

Ανθρώπινη αθλιότητα

1 Μεγάλος μόχθος δόθηκε σε κάθε άνθρωπο, ζυγός βαρύς έχει τεθεί πάνω στου Αδάμ τους απογόνους, από τη μέρα που θα βγουν απτην κοιλιά της μάνας τους, ως την ημέρα που θα γυρίσουν στην κοιλιά της γης, της μάνας όλων. 2 Οι στενοχώριες τους κι ο φόβος της καρδιάς τους είναι η αγωνιώδης σκέψη τους γιαυτό που προσδοκούν: Τη μέρα του θανάτου. 3 Από κείνον που κάθεται στο λαμπρό θρόνο, ίσαμε κείνον που εξαθλιωμένος κάθεται πάνω στο χώμα και στη στάχτη· 4 από κείνον που φοράει πορφύρα και στεφάνι, ίσαμε το ρακένδυτο, τσουβάλι που φορεί, 5 όλα είνοργή και φθόνος, ταραχές κι αναστάτωση, φόβος θανάτου, μνησικακία κι αλληλοφάγωμα· ακόμα και την ώρα που στο κρεβάτι του πέφτει κανείς για να ξεκουραστεί, τα όνειρα τις σκέψεις του ταράζουν. 6 Μόλις που πάει ναναπαυτεί, κι αμέσως μες στον ύπνο του σαν σε ώρα συναγερμού, οράματα εφιαλτικά ταράζουν την καρδιά του κι είνέτοιμος να πάρει δρόμο για να σωθεί. 7 Όμως, την κρίσιμη στιγμή ξυπνάει κι απορεί πως ήταν μάταιος ο φόβος του.

8 Σε κάθε πλάσμα ζωντανό, από τον άνθρωπο ως τα κτήνη, μα στους αμαρτωλούς εφτά φορές περισσότερο, τέτοια συμβαίνουν: 9 Θάνατοι, αιματοχυσίες, διαμάχες, πόλεμοι, δυστυχία, πείνα, επιδημίες και καταστροφές. 10 Για τους παράνομους έγιναν όλαυτά και γιαυτούς έγινε ο κατακλυσμός. 11 Όλα όσα προέρχονται απτη γη, πάλι στη γη επιστρέφουν, όπως και όλα τα νερά ξαναγυρνούν στη θάλασσα.

Γνωμικά

12 Κάθε δωροδοκία κι αδικία θα χαθεί, αλλά η πιστότητα παντοτινά θα μένει. 13 Ταγαθά των αδίκων θα στερέψουν καθώς ο χείμαρρος· όπως του κεραυνού η βροντή στην καταιγίδα, έτσι θα χαθούν. 14 Τα χέρια του ανοίγει ο άδικος για ναποκτήσει· μα επειδή το νόμο παραβαίνει, όλα μέσαπτα δάχτυλά του ξεγλιστρούν. 15 Οι απόγονοι των ασεβών μοιάζουν με τα φυτά που θέλουν ρίζες ναπλώσουνε σε βράχο αιχμηρό, αλλά κλαδιά πολλά δεν έχουν. 16 Είναι σαν το καλάμι που φυτρώνει πλάι στα νερά και στις όχθες των ποταμών, μα πριν απόλα τάλλα εκείνο ξεριζώνεται. 17 Η καλοσύνη είναι σαν ένας κήπος μευλογίες, κι η ελεημοσύνη μένει παντοτινά.

Τα καλύτερα αγαθά

18 Είναι γλυκιά η ζωή, όταν κανείς μπορεί να ζει με άνεση απτα υπάρχοντά του ή απτην εργασία του· μα κι απτα δυο καλύτερο είναι όταν κάποιος βρίσκει ένα θησαυρό.

19 Τα παιδιά και το χτίσιμο μιας πόλης διαιωνίζουν τόνομα του ανθρώπου· μα πιο πολύ κι από τα δυο υπολογίζεται μια αγνή γυναίκα.

20 Το κρασί ευφραίνει την καρδιά, όπως κι η μουσική· μα πιο πολύ κι από τα δυο η αγάπη της σοφίας.

21 Η φλογέρα και το ψαλτήριψαλτήρι. Μουσικό όργανο που συνόδευε θρησκευτικά άσματα. τη μελωδία γλυκαίνουν· μα πιο πολύ κι από τα δυο η χαριτωμένη γλώσσα.

22 Την ομορφιά ποθεί το μάτι και τη χάρη· μα πιο πολύ κι από τα δυο του κάμπου το χλωρό χορτάρι.

23 Ο σύντροφος κι ο φίλος να συναντιούνται χαίρονται· μα πιο πολύ κι από τους δυο η γυναίκα με τον άντρα.

24 Ταδέρφια κι οι υποστηριχτές σε δύσκολους χρειάζονται καιρούς· μα πιο πολύ κι από τους δυο λυτρώνει η ελεημοσύνη.

25 Το ασήμι κι ο χρυσός στεριώνουνε τα βήματα· μα πιο πολύ κι από τα δυο η συμβουλή η καλή.

26 Τα πλούτη και η δύναμη αναπτερώνουν την καρδιά· μα πιο πολύ κι από τα δυο ο σεβασμός στον Κύριο. Όποιος τον Κύριο σέβεται τίποτα δεν του λείπει και δε χρειάζεται να ψάξει για υποστήριξη. 27 Ο σεβασμός στον Κύριο είναι σαν κήπος μευλογίες και πιο καλή από κάθε δόξα η προστασία του.

Επαιτεία

28 Παιδί μου, ποτέ μη ζήσεις του ζητιάνου τη ζωή, γιατί είναι προτιμότερη από τη ζητιανιά η θανή. 29 Ο άνθρωπος που περιμένει από τραπέζι ξένο, ζει μια ζωή που δεν είναι ζωή, γιατί βεβηλώνεται με ξένα φαγητά· αλλά ένας άνθρωπος με γνώση και με μόρφωση θα φυλαχτεί απαυτά. 30 Της επαιτείας το ψωμί είναι γλυκό στου αδιάντροπου το στόμα· μες στην κοιλιά του όμως θα καίει σαν τη φωτιά.

Veja também