1 Se fizeres o bem, sabe a quem o fazes, e receberás gratidão pelos teus benefícios.
2 Faze o bem para o justo, e disso terás grande recompensa, senão dele, pelo menos do Senhor,
3 pois não há bem para quem persevera no mal e não dá esmolas; porque o Altíssimo tem horror dos pecadores, e usa de misericórdia com os que se arrependem.
4 Dá ao homem bom, não ampares o pecador, pois Deus dará ao mau e ao pecador o que merecem; ele os guarda para o dia em que os castigará.
5 Dá àquele que é bom, e não auxilies o pecador.
6 Faze o bem ao homem humilde, e nada dês ao ímpio; impede que se lhe dê pão, para não suceder que ele se torne mais poderoso do que tu.
7 Pois acharás um duplo mal em todo o bem que lhe fizeres, porque o próprio Altíssimo abomina os pecadores, e exerce vingança sobre os ímpios.
8 O amigo não se conhece durante a prosperidade, e o inimigo não se pode esconder na adversidade.
9 Quando um homem é feliz, seus inimigos estão tristes; é na desgraça que se reconhece um amigo.
10 Não confies nunca em teu inimigo, pois a malícia dele é como a ferrugem que sempre volta no bronze.
11 Ainda mesmo que se humilhe e ande todo submisso, sê vigilante e previne-te contra ele.
12 Não o estabeleças junto de ti, nem ele se assente à tua direita, para não suceder que ele queira tomar o teu lugar e ocupar o teu assento; e que, reconhecendo enfim a veracidade das minhas palavras, te sintas ferido pelos meus avisos.
13 Quem terá pena de um encantador mordido por uma cobra, e de todos os que se aproximam das feras? Assim acontece com aquele que priva com o malvado, e que se acha envolvido nos pecados dele.
14 Ficará uma hora contigo, mas se vieres a fraquejar, não mais poderá conter-se.
15 O inimigo tem a doçura nos lábios, enquanto no coração arma laços para te lançar na cova.
16 O inimigo tem lágrimas nos olhos, mas, se tiver oportunidade, será insaciável de teu sangue.
17 Se a desgraça te ferir, hás de achá-lo em primeiro lugar;
18 ele tem lágrimas nos olhos, mas, fingindo socorrer-te, ele te dará uma rasteira.
19 Abanará a cabeça e baterá palmas, e, mudando de semblante, não cessará de cochichar.
Οι ευεργεσίες
1 Όταν ευεργετείς, γνώριζε ποιον συντρέχεις, και τότε θα σ’ ευγνωμονούν για τις ευεργεσίες σου. 2 Κάνε καλό στον ευσεβή και θα ’βρεις ανταπόδοση· αν όχι από τον ίδιο, το δίχως άλλο από τον Ύψιστο. 3 Δεν έχει αγαθά όποιος να πράττει το κακό επιμένει κι όποιος ελεημοσύνη δε δίνει απλόχερα. 4 Δώσε στον ευσεβή, μα τον αμαρτωλό μην τον βοηθήσεις. 5 Τον ταπεινό ευεργέτησε, στον ασεβή μη δώσεις. Αρνήσου του και το ψωμί· μην του το δώσεις, για να μη γίνει έτσι από σένα δυνατότερος. Θα σε πληρώσει με διπλάσιο κακό για όλα τα καλά που εσύ θα του ’χεις κάνει. 6 Ακόμη και ο Ύψιστος δε θέλει τους αμαρτωλούς, και τιμωρία στους ασεβείς θ’ ανταποδώσει. 7 Δώσε στον καλό άνθρωπο, μα τον αμαρτωλό μην τον βοηθήσεις.
Αληθινοί και ψεύτικοι φίλοι
8 Δε φαίνεται στην ευτυχία ο φίλος, μα ο εχθρός στη δυστυχία φαίνεται. 9 Όταν είν’ ευτυχής ο άνθρωπος, λυπούνται οι εχθροί του· στη δυστυχία τον εγκαταλείπει ως και ο φίλος του. 10 Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τον εχθρό σου. Γιατί, όπως οξειδώνεται ο χαλκός, έτσι αλλάζει όψη κι η κακία του. 11 Αν παρασταίνει τον ταπεινό και περπατάει με σκυμμένο το κεφάλι, πρόσεξε και φυλάξου απ’ αυτόν. Να ’σαι απέναντί του σαν να γυαλίζεις χάλκινο κάτοπτρο. Να ξέρεις πως η οξείδωση θα επανέλθει στην επιφάνειά του. 12 Μην τον βάλεις τον εχθρό σου κοντά σου να σταθεί, μήπως και σ’ εκτοπίσει, για να σταθεί στη θέση σου. Μην τον βάλεις να κάτσει στα δεξιά σου, μήπως θελήσει να σου πάρει το δικό σου κάθισμα. Τελικά τα λόγια μου θα καταλάβεις και θα συλλογιστείς με λύπη αυτά που σου έχω πει.
13 Ποιος θα λυπόταν ένα γητευτή φιδιών αν τονε δάγκωνε το φίδι, ή όλους εκείνους τους θηριοδαμαστές; 14 Το ίδιο δεν θα λυπηθούν εκείνον που συναναστρέφεται άνθρωπο αμαρτωλό κι ανακατεύεται στις αμαρτίες του. 15 Μαζί σου θα σταθεί προσωρινά, αλλά αν σκοντάψεις θα σ’ εγκαταλείψει. 16 Στα χείλη του ο εχθρός θα ’χει γλυκόλογα, και μέσα του θα σκέφτεται στο λάκκο να σε ρίξει· θα ’χει ο εχθρός στα μάτια δάκρυα, αν όμως βρει την ευκαιρία, θα ’ναι για αίμα αχόρταγος. 17 Αν ατυχήσεις, θα τον βρεις εκεί πριν από σένα· και τάχα βοηθώντας σε, τρικλοποδιά σού βάζει. 18 Με ειρωνεία θα κουνήσει το κεφάλι του και θα χειροκροτήσει· πολλά θα ψιθυρίσει σε βάρος σου και το πραγματικό του πρόσωπο θα δείξει.