A devastação do Senhor na terra
1 Vejam! O Senhor vai arrasar a terra
e devastá-la;
arruinará a sua superfície
e espalhará os seus habitantes.
2 Será o mesmo
para o sacerdote e para o povo,
para o senhor e para o servo,
para a senhora e para a serva,
para o vendedor e para o comprador,
para quem toma emprestado e para quem empresta,
para o devedor e para o credor.
3 A terra será completamente arrasada
e totalmente saqueada.
Quem falou esta palavra foi o Senhor.
4 A terra seca-se24.4 Hebraico: enluta-se. e murcha,
o mundo definha e murcha,
definham os nobres da terra.
5 A terra está contaminada pelos seus habitantes,
porque desobedeceram às leis,
violaram os estatutos
e quebraram a aliança eterna.
6 Por isso, a maldição consome a terra,
e o seu povo é culpado.
Por isso, os habitantes da terra são consumidos pelo fogo
a ponto de sobrarem pouquíssimos.
7 O vinho novo acaba,24.7 Hebraico: O vinho novo está de luto. e a videira murcha;
todos os que se divertiam gemem.
8 O som festivo dos tamborins foi silenciado,
o barulho dos que se alegram cessou,
a harpa cheia de júbilo está muda.
9 Já não bebem vinho entoando canções;
a bebida fermentada é amarga para os que a bebem.
10 A cidade desolada está em ruínas;
a entrada de cada casa está fechada.
11 Nas ruas clamam por vinho;
toda a alegria chegou ao fim;
toda celebração foi eliminada da terra.
12 A cidade foi deixada em ruínas,
e a sua porta, feita em pedaços.
13 Assim será na terra,
entre as nações,
como quando se sacode uma oliveira
ou se buscam os restos das uvas após a colheita.
14 Erguem as suas vozes, cantam de alegria;
desde o ocidente aclamam a majestade do Senhor.
15 Deem glória, pois, ao Senhor no oriente;
exaltem o nome do Senhor, o Deus de Israel,
nas ilhas do mar.
16 Desde os confins da terra ouvimos cantar:
"Glória seja dada ao Justo!".
Mas eu disse: "Que desgraça a minha! Que desgraça a minha!
Ai de mim!
Os traidores traem!
Os traidores agem traiçoeiramente!".
17 Terror, ciladas e laço os aguardam,
ó habitantes da terra!
18 Quem fugir ao grito de terror
cairá na cilada;
quem sair da cilada
será pego no laço.
Abertas estão as comportas dos céus;
tremem os alicerces da terra.
19 A terra se despedaça,
a terra se rompe em destroços,
a terra é violentamente abalada!
20 A terra cambaleia como um bêbado,
balança como uma cabana ao vento.
Tão pesada sobre ela é a culpa da sua rebelião
que ela cai para nunca mais se levantar!
21 Naquele dia, o Senhor castigará
os exércitos nos altos céus
e os reis embaixo na terra.
22 Eles serão arrebanhados
como prisioneiros em uma masmorra,
trancados em uma prisão
e castigados24.22 Ou soltos. depois de muitos dias.
23 A lua ficará humilhada,
e o sol, envergonhado,
pois o Senhor dos Exércitos reinará
no monte Sião e em Jerusalém,
glorioso na presença dos seus líderes!
Η κρίση του Κυρίου πάνω σε όλη τη γη (24–27)
1 Ο Κύριος θα ερημώσει τη γη και θα την καταστρέψει. Την όψη της θα την παραμορφώσει και θα διασκορπίσει τους κατοίκους της. 2 Όλοι την ίδια θα έχουν τύχη: ο ιερέας και ο λαϊκός, ο κύριος και ο δούλος του, η οικοδέσποινα κι αυτή που την υπηρετεί, ο πωλητής κι ο αγοραστής, ο δανειστής κι εκείνος που δανείζεται, ο πιστωτής κι ο οφειλέτης. 3 Η γη θα ερημωθεί κι ολοκληρωτικά θα λεηλατηθεί, γιατί ο Κύριος τον είπε αυτόν το λόγο.
4 Η γη πενθεί, μαραίνεται· ο κόσμος όλος φθείρεται, διαλύεται· ο ουρανός και η γη καταρρέουν.ο ουρανός και η γη καταρρέουν, το πιθανό κείμενο. Το εβρ. έχει «οι υψηλοί των λαών της γης μαραίνονται».5 Η γη απ’ τους κατοίκους της μολύνθηκε, γιατί τους νόμους παραβήκαν, τις εντολές τις καταπάτησαν, αθέτησαν και την αιώνια διαθήκη. 6 Γι’ αυτό η κατάρα κατατρώει τη γη κι οι κάτοικοί της τιμωρούνται. Κάηκαν οι κάτοικοι της γης, δεν έμειναν παρά μονάχα λίγοι.
7 Μαραίνεται το αμπέλι, στερεύει το κρασί, όλοι όσοι ήταν χαρούμενοι στενάζουν. 8 Ο εύθυμος ήχος των τυμπάνων σταμάτησε, ο θόρυβος εκείνων που ξεφάντωναν τελείωσε, κι οι τόνοι της κιθάρας οι χαρούμενοι σωπάσαν. 9 Δεν τραγουδούν πια πίνοντας κρασί· πικρή είν’ η γεύση των ποτών για κείνους που τα πίνουν. 10 Η εγκαταλειμμένη πόλη καταστράφηκε· όλα τα σπίτια κλείστηκαν, κανένας πια δεν μπαίνει εκεί. 11 Θρηνούν στους δρόμους· δεν υπάρχει πια κρασί, κάθε ευθυμία χάθηκε. Έφυγε η χαρά απ’ τη χώρα. 12 Μόνο η ερήμωση έμεινε στην πόλη· η πύλη της συντρίφθηκε, έγινε ερείπια.
13 Πάνω στη γη κι ανάμεσα στους λαούς θα συμβεί αυτό που συμβαίνει όταν τινάζουνε τα λιόδεντρα, ή όταν ψάχνουν για τσαμπιά στου τρυγητού το τέλος.
Άκαιρη χαρά
14 Όλοι αυτοίΕννοούνται οι Ισραηλίτες που διασώθηκαν. πανηγυρίζουν, το μεγαλείο του Κυρίου υμνούν, φωνάζουν μ’ ενθουσιασμό απ’ τη μεριά της θάλασσας, από τη δύση. 15 Τον Κύριο δοξάζουν στην ανατολή, στις παραθαλάσσιες περιοχές υμνούν τ’ όνομα του Κυρίου, του Θεού του Ισραήλ. 16 Από τις άκρες της γης ακούμε ύμνους: «Τιμή στον δίκαιο!»
Εγώ όμως είπα: «Αλίμονό μου, καταστράφηκα, χάθηκα!» Η απιστία όλο και πολλαπλασιάζεται. 17 Τρόμοι, λάκκοι και παγίδες σάς περιμένουν, κάτοικοι της γης. 18 Όποιος ξεπεράσει τον τρόμο, θα πέσει μες στο λάκκο, κι όποιος από το λάκκο βγει θα πέσει στην παγίδα· γιατί ανοίγουν οι καταρράκτες του ουρανού και τα θεμέλια της γης δονούνται. 19 Σπάζει η γη και γίνεται συντρίμμια, τσακίζεται με ορμή και συγκλονίζεται. 20 Η γη τρικλίζει σαν τον μεθυσμένο και σαν καλύβα ταλαντεύεται· η ανομία της θα τη βαρύνει τόσο, ώστε θα πέσει και πια δε θα μπορέσει να σηκωθεί.
21 Την ημέρα εκείνη, θα τιμωρήσει ο Κύριος, στα ύψη τις δυνάμεις των ουρανών και κάτω εδώ της γης τους βασιλιάδες. 22 Θα συναθροιστούν όλοι μαζί, σαν τους φυλακισμένους μες στο λάκκο, κλεισμένοι μέσα στο υπόγειο το ανήλιαγο, κι ύστερα από πολύν καιρό θα τιμωρηθούν. 23 Θα κοκκινίσει η σελήνη από ντροπή κι ο ήλιος θα χλωμιάσει· γιατί ο Κύριος του σύμπαντος θα βασιλεύει στην Ιερουσαλήμ, πάνω στ’ όρος Σιών, κι η δόξα του θα λάμπει μπροστά στους πρεσβυτέρους του.