Consolo para o povo de Deus
1 "Consolem, consolem o meu povo",40.1 Ou Ó meu povo, consolem, consolem Jerusalém.
diz o Deus de vocês.
2 "Encorajem Jerusalém
e anunciem
que ela já cumpriu o trabalho que lhe foi imposto,
pagou pela sua iniquidade
e recebeu da mão do Senhor
em dobro por todos os seus pecados."
3 Uma voz clama:
"No deserto preparem40.3 Ou clama no deserto: / "Preparem.
o caminho para o Senhor;
endireitem no deserto
uma estrada para o nosso Deus.40.3 A Septuaginta traz endireitem as veredas do nosso Deus.
4 Todo vale será levantado,
e todos os montes e colinas serão nivelados;
os terrenos acidentados se tornarão planos,
e as escarpas serão aplanadas.
5 A glória do Senhor será revelada,
e, juntas, todas as pessoas a verão,
pois é o Senhor quem fala".
6 Uma voz ordena: "Clame".
E eu pergunto: "O que clamarei?".
"Que todas as pessoas são como a relva,
e toda a sua glória40.6 Ou fidelidade. como a flor da relva.
7 A relva murcha, e cai a sua flor
quando o vento do Senhor sopra sobre elas;
certamente, o povo não passa de relva.
8 A relva murcha, e as flores caem,
mas a palavra do nosso Deus permanece para sempre."
9 Você, que traz boas-novas a Sião,
suba a um alto monte.
Você, que traz boas-novas a Jerusalém,40.9 Ou Ó Sião, que traz boas-novas, / suba em um alto monte. / Ó Jerusalém, que traz boas-novas.
erga a sua voz com fortes gritos,
erga-a, não tenha medo.
Diga às cidades de Judá:
"Aqui está o seu Deus!".
10 O Soberano Senhor vem com poder!
Com o seu braço forte ele governa.
A recompensa dele com ele está,
e o seu galardão o acompanha.
11 Como pastor, ele cuida do seu rebanho,
com o braço ajunta os cordeiros e os carrega no colo;
conduz com cuidado as ovelhas
que amamentam as suas crias.
12 Quem mediu as águas na concha da mão,
ou com o palmo definiu os limites dos céus?
Quem jamais calculou o pó da terra,
ou pesou os montes na balança
e as colinas nos seus pratos?
13 Quem definiu limites para o Espírito40.13 Ou conheceu a mente do Espírito. do Senhor,
ou, como seu conselheiro, o instruiu?
14 A quem o Senhor consultou que pudesse esclarecê-lo
e que lhe ensinasse a julgar com justiça?
Quem lhe ensinou o conhecimento
ou lhe apontou o caminho da sabedoria?
15 Na verdade, as nações são como a gota que sobra do balde;
são para ele como o pó que resta na balança;
as ilhas para ele não passam de um grão de areia.
16 As florestas do Líbano não seriam suficientes para o fogo do altar,
nem os animais de lá bastariam para o holocausto.40.16 Isto é, sacrifício totalmente queimado.
17 Diante dele, todas as nações são como nada;
para ele são sem valor e menos que nada.
18 Com quem vocês compararão Deus?
Como poderão representá-lo?
19 Quanto a uma imagem, o artesão a funde;
o ourives a cobre de ouro
e forja correntes de prata para ela.
20 Quem é muito pobre para essa oferta
pode apenas escolher boa madeira que não apodreça
e procurar um marceneiro habilidoso
para fazer uma imagem que não caia.
21 Será que vocês não sabem?
Nunca ouviram falar?
Não contaram a vocês desde a antiguidade?
Vocês não compreenderam desde que a terra foi fundada?
22 Ele se assenta no seu trono, acima da cúpula da terra,
cujos habitantes são pequenos como gafanhotos.
Ele estende os céus como um forro
e os arma como uma tenda para neles habitar.
23 Ele aniquila os príncipes
e reduz a nada os juízes deste mundo.
24 Mal eles são plantados
ou semeados,
mal lançam raízes na terra,
Deus sopra sobre eles, e eles murcham;
um redemoinho os leva como palha.
25 "Com quem vocês vão me comparar?
Quem se assemelha a mim?", pergunta o Santo.
26 Ergam os olhos e olhem para as alturas.
Quem criou tudo isso?
Aquele que põe em marcha cada estrela do seu exército celestial
e a todas chama pelo nome.
Tão grande é o seu poder e tão imensa a sua força
que nenhuma delas deixa de comparecer!
27 Por que você reclama, ó Jacó,
e por que se queixa, ó Israel:
"O Senhor não se interessa pela minha situação;
o meu Deus não considera a minha causa"?
28 Será que você não sabe?
Nunca ouviu falar?
O Senhor é o Deus eterno,
o Criador de toda a terra.
Ele não se cansa nem fica exausto;
a sua sabedoria é insondável.
29 Ele fortalece o cansado
e dá grande vigor ao que está sem forças.
30 Até os jovens se cansam e ficam exaustos,
e os moços certamente tropeçam,
31 mas aqueles que esperam no Senhor
renovam as suas forças,
voam alto como as águias,
correm e não ficam exaustos,
andam e não se cansam.
Ο Κύριος φέρνει πίσω το λαό του
1 «Παρηγορείτε, παρηγορείτε το λαό μου», λέει ο Θεός σας. 2 «Βεβαιώστε την Ιερουσαλήμ και φωνάξτε της ότι τέλειωσε της δουλείας της ο καιρός, ότι η ανομία της συγχωρήθηκε, ότι τιμωρήθηκε από τον Κύριο με το παραπάνω, για όλες τις αμαρτίες της».
3 Ακούστε! Κάποιος φωνάζει: «Ετοιμάστε στην έρημο ένα δρόμο για τον Κύριο, ισιώστε εκεί το δρόμο να περάσει ο Θεός μας. 4 Κάθε φαράγγι ας υψωθεί, κάθε βουνό και κάθε λόφος ας χαμηλώσει· το έδαφος το ανώμαλο ας γίνει πεδιάδα και τα μέρη τ’ απόκρημνα, κοιλάδα. 5 Τότε η δόξα του Κυρίου θα φανερωθεί και θα τη δουν ταυτόχρονα όλοι οι άνθρωποι, γιατί ο Κύριος ο ίδιος μίλησε».
6 Μια φωνή λέει: «Φώναξε!» Κι εγώ ρωτάω: «Τι να φωνάξω;» «Ότι ο κάθε άνθρωπος είναι σαν το χορτάρι», μού απαντά η φωνή, «κι η δόξα του όλη φευγαλέα σαν το αγρολούλουδο. 7 Το χορτάρι ξεραίνεται, μαραίνεται ο ανθός, όταν απάνω του φυσήξει του Κυρίου η πνοή –πραγματικά, χορτάρι είν’ ο λαός. 8 Το χορτάρι ξεραίνεται, μαραίνεται ο ανθός, μα ο λόγος του Θεού μας μένει αιώνια».
Η χαρμόσυνη αγγελία
9 Ανέβα πάνω σε ψηλό βουνό, Σιών, και διακήρυξε τη χαρμόσυνη αγγελία. Βάλε φωνή με δύναμη, Ιερουσαλήμ, και διακήρυξε τα νέα τα ευχάριστα. Φώναξε, μη φοβάσαι! Στις πόλεις του Ιούδα πες: «Να ο Θεός σας! 10 Ο Κύριος, ο Θεός, έρχεται να εξουσιάσει με δύναμη. Φέρνει μαζί του αυτό που κέρδισε.αυτό που κέρδισε. Ενν. ο λαός του Ισραήλ, τον οποίο λύτρωσε.11 Καθώς βοσκός βοσκάει το κοπάδι του· το συναθροίζει με το χέρι του· βαστάει στο στήθος του τ’ αρνάκια, και τις μανάδες τους προσεκτικά τις οδηγεί».
Ο ασύγκριτος Θεός του Ισραήλ
12 Ποιος τα νερά της θάλασσας μπόρεσε ποτέ με τη χούφτα να μετρήσει, τα ουράνια να υπολογίσει με τη σπιθαμή, να βάλει σε σακί της γης το χώμα, με την πλάστιγγα να ζυγίσει τα βουνά ή με τη ζυγαριά τους λόφους; 13 Ποιος μπορεί να κατανοήσει το Πνεύμα του Κυρίου, και ποιος μπορεί να τον διδάξει ή να του δώσει συμβουλές; 14 Ποιον συμβουλεύτηκε για ν’ αποκτήσει ευθυκρισία; ποιος του ’μαθε ν’ ασκεί τη δικαιοσύνη; ποιος του μετέδωσε τη γνώση και ποιος του δίδαξε να ενεργεί με σύνεση; 15 Τι ’ναι τα έθνη; Σαν μια σταγόνα σ’ έναν κάδο με νερό, σαν κόκκος σκόνης πάνω στην πλάστιγγα. Πόσο ζυγίζουν τα νησιά; Όσο της άμμου ο κόκκος. 16 Όλα τα δέντρα του Λιβάνου δεν αρκούν για τη φωτιά ούτε όλα του τα ζωντανά για τ’ ολοκαύτωμα. 17 Όλα τα έθνη είν’ ένα τίποτα μπροστά του· τα λογαριάζει σαν μηδέν, ωσάν μηδαμινότητα.
18 Με ποιον θέλετε να παρομοιάστε το Θεό; Και ποιο ομοίωμα να πείτε πως του μοιάζει; 19 Το είδωλο το χύνει ο τεχνίτης κι ο χρυσοχόος το επιχρυσώνει και το στολίζει με αλυσίδες αργυρές. 20 Όποιος είναι φτωχός διαλέγει για την προσφορά του ξύλο που δεν το τρώει το σαράκι, κι αναζητάει έναν τεχνίτη ικανόν να του φτιάξει είδωλο που να ’ναι στέρεο.
21 Δεν το μάθατε; Δεν το ακούσατε; Δε σας το είπαν και δεν το καταλάβατε από την αρχή, από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος; 22 Αυτός είναι που κάθεται ψηλά πάνω απ’ τη γη κι οι κάτοικοί της μοιάζουν σαν ακρίδες· αυτός σαν παραπέτασμα τους ουρανούς τεντώνει και τους ξεδιπλώνει σαν να ’τανε σκηνή για κατοικία. 23 Αυτός τους ηγεμόνες τούς εκμηδενίζει κι εξαφανίζει τους κριτές της γης. 24 Μοιάζουν με νεαρά φυτά που τώρα μόλις σπάρθηκαν, που μόλις ρίζωσαν στη γη. Όταν ο Κύριος πάνω τους φυσήξει θα ξεραθούν, κι ο ανεμοστρόβιλος σαν άχυρο θα τους αρπάξει.
25 «Με ποιον θα με παρομοιάσετε, λοιπόν;» λέει ο Άγιος Θεός, «με ποιον θα ταυτιστώ;» 26 Τα μάτια σας σηκώστε στον ουρανό και δέστε· αυτά τ’ αστέρια ποιος τα δημιούργησε, αν όχι αυτός που σε παράταξη σαν στράτευμα τα βγάζει, κι όλα με τ’ όνομά τους τα καλεί; Η δύναμή του τόσο είναι μεγάλη και τέτοια η ισχύς του, ώστε ποτέ δε λείπει ούτ’ ένα τους.
Ο Θεός δίνει δύναμη στους ανίσχυρους
27 Γιατί, λες Ιακώβ και βεβαιώνεις Ισραήλ, ότι ο Κύριος αγνοεί τις συμφορές σας και πως δε νοιάζεται για να σας αποδώσει το δίκιο σας; 28 Δεν ξέρετε, δε μάθατε; Ο Κύριος είν’ ο αιώνιος Θεός· της γης τα πέρατα δημιούργησε. Ούτε κουράζεται ούτε εξασθενεί, και η σοφία του είναι ανεξερεύνητη. 29 Στους κουρασμένους δίνει δύναμη, στεριώνει τους αδύνατους. 30 Ακόμα και οι νέοι κουράζονται κι εξασθενούν, τα παλικάρια τα γερά σκοντάφτουνε και πέφτουν. 31 Μα εκείνοι που στον Κύριο ελπίζουν, ανανεώνουν τις δυνάμεις τους· φτερά αποκτούνε σαν του αϊτού, τρέχουν χωρίς να εξασθενούν, βαδίζουνε δίχως και ν’ αποσταίνουν.