Israel, o escolhido
1 "Mas, agora, escute, Jacó, meu servo,
Israel, a quem escolhi.
2 Assim diz o Senhor,
aquele que o fez e o formou no ventre
e que o ajudará:
‘Não tenha medo, ó Jacó, meu servo,
Jesurum,44.2 Jesurum significa o reto e é uma referência a Israel. a quem escolhi.
3 Porque derramarei água sobre o sedento
e torrentes sobre a terra seca;
derramarei o meu Espírito sobre a sua prole
e a minha bênção sobre os seus descendentes.
4 Eles brotarão como relva nova,
como salgueiros junto a regatos.
5 Um dirá: "Pertenço ao Senhor";
outro chamará a si mesmo pelo nome de Jacó;
ainda outro escreverá na própria mão: "Do Senhor"
e tomará para si o nome Israel.’
O contraste entre o Senhor e os ídolos
6 "Assim diz o Senhor,
o Rei de Israel, o seu Redentor, o Senhor dos Exércitos:
‘Eu sou o primeiro e eu sou o último;
além de mim não há Deus.
7 Quem, então, é como eu? Que ele o anuncie.
Que declare e exponha diante de mim
o que aconteceu desde que estabeleci o meu antigo povo
e o que ainda está por vir;
que todos eles predigam as coisas futuras.
8 Não tremam nem tenham medo.
Não anunciei isto e não o predisse muito tempo atrás?
Vocês são as minhas testemunhas.
Há outro Deus além de mim?
Não, não existe nenhuma outra Rocha;
não conheço nenhuma’ ".
9 Todos os que fazem imagens nada são,
e as coisas que eles estimam não têm valor algum.
As suas testemunhas nada veem e nada sabem,
para que sejam envergonhados.
10 Quem é que modela um deus e funde uma imagem,
que de nada lhe serve?
11 Todos os seus companheiros serão envergonhados,
pois os artesãos não passam de homens.
Que todos eles se ajuntem e declarem a sua posição;
eles serão lançados ao pavor e à vergonha.
12 O ferreiro apanha uma ferramenta
e trabalha com ela nas brasas;
modela um ídolo com o martelo
e forja-o com a força do braço.
Ele sente fome e perde a força;
não bebe água e desfalece.
13 O carpinteiro mede a madeira com uma linha
e faz um desenho com um traçador;
ele o modela toscamente com cinzéis
e o marca com compassos.
Ele o faz na forma de homem,
de um homem em toda a sua beleza,
para que habite em um santuário.
14 Ele derruba cedros,
apanha um cipreste ou um carvalho.
Deixou-o crescer entre as árvores da floresta,
plantou um pinheiro,44.14 Ou abeto. e a chuva o fez crescer.
15 É combustível usado pelo homem para queimar;
um pouco disso ele apanha e se aquece,
acende um fogo e assa um pão.
Mas também modela um deus e o adora;
faz uma imagem e se curva diante dela.
16 Metade da madeira ele queima no fogo
e sobre ela prepara a sua refeição;
assa a carne e come até saciar-se.
Ele também se aquece e diz:
"Ah, estou aquecido! Estou vendo o fogo".
17 Com o restante, ele faz um deus, o seu ídolo;
inclina-se diante dele e o adora.
Ora a ele e diz:
"Salva-me; tu és o meu deus".
18 Eles nada sabem, nada entendem;
os olhos deles estão tapados, por isso não conseguem ver;
a mente deles está fechada, por isso não conseguem entender.
19 Ninguém para e pensa,
ninguém tem o conhecimento ou o entendimento para dizer:
"Metade dela usei como combustível;
até mesmo assei pão sobre as suas brasas,
assei carne e comi.
Faria eu algo detestável com o que sobrou?
Iria eu ajoelhar-me diante de um pedaço de madeira?".
20 Ele se alimenta de cinzas; um coração iludido o desvia.
Ele é incapaz de salvar a si mesmo ou de dizer:
"Esta coisa na minha mão direita não é uma mentira?".
21 "Lembre-se disso, ó Jacó,
pois você é meu servo, ó Israel.
Eu o fiz, você é meu servo;
ó Israel, eu não me esquecerei de você.
22 Como se fossem uma nuvem, varri para longe as suas ofensas;
como se fossem a neblina da manhã, os seus pecados.
Volte para mim, pois eu o resgatei."
23 Cantem de alegria, ó céus, pois o Senhor fez isto;
gritem bem alto, ó profundezas da terra.
Irrompam em canção, vocês, montes,
florestas e todas as suas árvores,
pois o Senhor resgatou Jacó;
ele revela o seu esplendor em Israel.
Jerusalém será habitada
24 "Assim diz o Senhor,
o seu Redentor, que o formou no ventre:
"Eu sou o Senhor,
que fiz todas as coisas,
que sozinho estendi os céus,
que espalhei a terra por mim mesmo,
25 que atrapalha os sinais dos falsos profetas
e faz de tolos os adivinhadores,
que derruba o conhecimento dos sábios
e o transforma em loucura,
26 que executa as palavras dos seus servos
e cumpre as predições dos seus mensageiros.
"Aquele que diz acerca de Jerusalém: ‘Ela será habitada’,
e das cidades de Judá: ‘Elas serão construídas’,
e das suas ruínas: ‘Eu as restaurarei’,
27 que diz às profundezas do mar: ‘Sequem-se,
e eu secarei os seus regatos’,
28 que diz acerca de Ciro: ‘Ele é o meu pastor
e realizará tudo o que me agrada;
ele dirá acerca de Jerusalém: "Seja reconstruída",
e do templo: "Sejam lançados os seus alicerces" ’ ".
Ο Κύριος ο μόνος Θεός
1 Ο Κύριος λέει: «Τώρα, λοιπόν, άκουσε, δούλε μου Ιακώβ, Ισραήλ, εκλεκτέ μου. 2 Εγώ σε δημιούργησα και σ’ έπλασα απ’ την κοιλιά της μάνας σου και σε βοηθάω. Μη φοβάσαι δούλε μου, Ιακώβ, Ισραήλ εσύ, εκλεκτέ μου. 3 Γιατί νερά θα δώσω σε διψασμένη γη και ποταμούς σε στεγνωμένο έδαφος. Το Πνεύμα μου στους απογόνους σου θα βάλω και στα παιδιά σου την ευλογία μου, 4 και θα βλαστήσουνε σαν χόρτο καλοποτισμένο, καθώς οι ιτιές πλάι σε τρεχούμενα νερά».
5 Ένας θα λέει: «Εγώ είμαι του Κυρίου», κι άλλος θα λέει ότι ανήκει στους απογόνους του Ιακώβ· άλλος στο χέρι του θα γράφει: «Στον Κύριο ανήκω» και θα ονομάζεται με το τιμητικό όνομα του Ισραήλ.
6 Λέει ο Κύριος, ο βασιλιάς του Ισραήλ και λυτρωτής του, ο Κύριος του σύμπαντος: «Εγώ είμαι ο πρώτος και ο τελευταίος· εκτός από μένα δεν υπάρχει άλλος Θεός. 7 Ποιος είν’ όπως εγώ; Ας το πει! Το λόγο ας πάρει μπρος μου κι ας το αποδείξει. Ποιος προείπε από την αρχή τα μέλλοντα; Όσα πρόκειται να συμβούν ας μας τα φανερώσουν.
8 »Μη φοβάστε, μην τρομάζετε! Δε σας το ανάγγειλα πολύ καιρό πιο πριν και δε σας το φανέρωσα; Είστε οι μάρτυρές μου· υπάρχει άλλος Θεός εκτός από μένα; Όχι! Άλλος Βράχος δεν υπάρχει· κανέναν δε γνωρίζω εγώ».
Η μωρία της ειδωλολατρίας
9 Οι κατασκευαστές ειδώλων είν’ όλοι τους μηδαμινοί· τα πιο καλά τους είδωλα δεν ωφελούν σε τίποτα. Δε βλέπουν τίποτα όσοι τα λατρεύουν, τίποτα δεν καταλαβαίνουν· κι έτσι καταντροπιάζονται. 10 Ποιος κάθεται να φτιάξει έναν θεό ή να χύσει στο μέταλλο ένα είδωλο, που δεν μπορεί καθόλου να ωφελήσει; 11 Όλοι όσοι το λατρέψουν, θα ντροπιαστούν· οι κατασκευαστές τους δεν είναι τίποτ’ άλλο από άνθρωποι· κι αν όλοι συναχθούν μαζί και παρουσιαστούν, άλλο δεν έχουν παρά να τρομάξουν και να ντροπιαστούν. 12 Το σίδερο ο σιδηρουργός δουλεύει πάνω απ’ τη φωτιά, τού δίνει σχήμα με διάφορα σφυριά, μορφή τού δίνει με το δυνατό του χέρι· αλλά αν δεν τρώει ο ίδιος, εξαντλείται· νερό αν δεν πίνει ατονεί. 13 Ο ξυλουργός το ξύλο του μετράει, το σχέδιο χαράζει με κοντύλι, με το σκαρπέλο το δουλεύει, το σημειώνει με το διαβήτη. Μορφή του δίνει ανθρώπινη, την ομορφιά του ανθρώπου, για να το βάλει σε ναό.
14 Μπορεί να κόψει και να χρησιμοποιήσει κέδρους ή να διαλέξει ένα πλατάνι ή μια βαλανιδιά ή κάποιο άλλο δέντρο από το δάσος ή ακόμα να φυτέψει ένα πεύκο που θα το μεγαλώσει η βροχή. 15 Στον άνθρωπο θα χρησιμεύσει για καυσόξυλα. Απ’ αυτό το ξύλο παίρνει και θερμαίνεται, με το ίδιο ακόμα φτιάχνει ένα θεό και τον λατρεύει· το κάνει είδωλο και μπρος του γονατίζει. 16 Με το μισό απ’ αυτό το ξύλο ανάβει τη φωτιά, στα κάρβουνά του ψήνει το κρέας που θα φάει, χορταίνει και ζεσταίνεται και λέει: «Ωραία που ’ναι η ζεστασιά, να βλέπεις τη φωτιά!» 17 Με το υπόλοιπο κατασκευάζει ένα θεό, φτιάχνει το είδωλό του· μπροστά του γονατίζει και το προσκυνάει, προσεύχεται σ’ αυτό και λέει: «Εσύ είσ’ ο θεός μου, λύτρωσέ με».
18 Αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουνε τι κάνουν, δεν καταλαβαίνουν. Έχουν κλειστά τα μάτια τους ώστε να μη βλέπουν, και τις καρδιές τους ώστε να μην αισθάνονται. 19 Δε χρησιμοποιούν τη σκέψη τους ούτε τη γνώση ή τη νόησή τους, ώστε να πουν: «Μισό απ’ αυτό το δέντρο το έκαψα, πάνω στα κάρβουνά του έψησα ψωμί ή κρέας κι έφαγα· και το υπόλοιπό του θα το κάνω είδωλο, θα γονατίσω μπρος σ’ ένα κομμάτι ξύλο;» 20 Είναι τόσο ανόητο, σαν να ζητά κανείς να τραφεί από στάχτη· η απατημένη του καρδιά τον ξεγελά, και δεν μπορεί η ψυχή του να βρει λύτρωση ούτε και να σκεφτεί ότι το είδωλο που μες στο χέρι του κρατάει είναι απάτη.
Ο Κύριος λυτρωτής του Ισραήλ
21 Ο Κύριος λέει: «Ετούτο να θυμάσαι, Ιακώβ, να το θυμάσαι, λαέ του Ισραήλ, πως είσαι δούλος μου. Εγώ σε έπλασα για να ’σαι ο έμπιστός μου, δε θα σε λησμονήσω, Ισραήλ. 22 Διέλυσα τις ανομίες σου σαν την ομίχλη, τις αμαρτίες σου σαν να ’ταν σύννεφο· γύρνα σ’ εμένα, γιατί εγώ σε λύτρωσα».
23 Ψάλτε, ουρανοί, γιατί ο Κύριος μεγαλούργησε! Πανηγυρίστε εσείς, της γης τα βάθη! Σε ψαλμωδία ξεσπάστε τα βουνά της γης κι όλα τα δέντρα μες στα δάση! Γιατί ο Κύριος τον Ιακώβ τον λύτρωσε, φανέρωσε τη δόξα του στον Ισραήλ.
24 Λέει, λαέ του Ισραήλ, ο Κύριος, που σε λύτρωσε και σ’ έπλασε απ’ την κοιλιά της μάνας σου: «Εγώ είμαι ο Κύριος, που δημιούργησα τα πάντα, άπλωσα μόνος μου τους ουρανούς, και στέριωσα τη γη με τη δική μου δύναμη. 25 Εγώ είμαι που ματαιώνω των μάγων τους χρησμούς, κάνω τους μάντεις να παραλογίζονται· αποκρούω τα λόγια των σοφών και κάνω παραλήρημα τη γνώση τους. 26 Εγώ είμαι που το λόγο του εμπίστου μου επιβεβαιώνω, και πραγματοποιώ τα σχέδια του απεσταλμένου μου.
»Εγώ είμαι που λέω τώρα για την Ιερουσαλήμ πως θα κατοικηθεί, και για τις πόλεις του Ιούδα πως θ’ ανοικοδομηθούν, κι εγώ θα ανορθώσω τα ερείπια. 27 Εγώ είμαι που λέω στην άβυσσο, "γίνε στεριά· τα ρεύματά σου θα τα ξεράνω". 28 Εγώ είμαι που λέω για τον Κύρο, "θα τον κάνω βοσκό του λαού μου", και θα εκπληρώσει όλες τις επιθυμίες μου. Αυτός θα διατάξει για την Ιερουσαλήμ: "ν’ ανοικοδομηθεί" και για το ναό: "να μπουν νέα θεμέλια"».Βλ. υποσ. εις 41:2. Για την ανοικοδόμηση του ναού βλ. Β΄ Χρ 36:23· Εσδ 1:2.