O pecado de Israel e a obediência do servo
1 Assim diz o Senhor:
"Onde está a certidão de divórcio da mãe de vocês
com a qual eu a mandei embora?
A qual dos meus credores
eu os vendi?
Por causa dos seus pecados, vocês foram vendidos;
por causa das transgressões de vocês, a sua mãe foi mandada embora.
2 Quando eu vim, por que não encontrei ninguém?
Quando chamei, por que ninguém respondeu?
Será que o meu braço é curto demais que não possa resgatar?
Será que me falta a força para redimir?
Eu seco o mar com uma simples repreensão
e transformo rios em deserto;
os seus peixes apodrecem por falta de água
e morrem de sede.
3 Visto de trevas os céus
e faço do pano de saco a sua coberta".
4 O Soberano Senhor deu-me uma língua instruída,
para conhecer a palavra que sustém o cansado.
Ele me acorda manhã após manhã,
desperta o meu ouvido para escutar
como alguém que está sendo ensinado.
5 O Soberano Senhor abriu os meus ouvidos,
e eu não tenho sido rebelde;
eu não me afastei.
6 Ofereci as costas àqueles que me batiam
e o rosto àqueles que me arrancavam a barba;
não escondi a face
da zombaria e dos cuspes.
7 Porque o Soberano Senhor me ajuda,
não serei humilhado.
Por isso, eu me opus firme como uma dura rocha
e sei que não ficarei decepcionado.
8 Aquele que defende o meu nome está perto.
Quem poderá trazer acusações contra mim?
Compareçamos juntos!
Quem é o meu acusador?
Que ele me enfrente!
9 É o Soberano Senhor que me ajuda.
Quem irá me condenar?
Todos eles se desgastam como uma roupa;
as traças os consumirão.
10 Quem entre vocês teme ao Senhor
e obedece à palavra do seu servo?
Que aquele que anda no escuro,
que não tem luz alguma,
confie no nome do Senhor
e se apoie no seu Deus.
11 Agora, porém, todos vocês que acendem fogo
e se equipam com tochas acesas,
vão, andem à luz do seu próprio fogo
e das tochas que vocês acenderam.
Vejam o que receberão da minha mão:
vocês se deitarão atormentados.
Ο Θεός αποκρίνεται στα παράπονα του λαού του
1 Ο Κύριος λέει: «Νομίζετε πως χώρισα τη μάνα σας; πού είναι το έγγραφο του διαζυγίου; Λέτε ότι δούλους σάς πούλησα στο δανειστή μου. Όχι! Αν πουληθήκατε είναι για τις ανομίες σας· και η μάνα σας διώχτηκε μακριά για τις παραβάσεις σας.
2 »Όταν ήρθα και φώναξα, γιατί δεν ήτανε κανείς εκεί ν’ αποκριθεί; Είναι μήπως μικρό το χέρι μου να δώσει λύτρωση; ή δεν έχω τη δύναμη να σώσω;
»Εγώ με μια μου προσταγή τη θάλασσα ξεραίνω, κάνω τους ποταμούς να γίνουν έρημος· τα ψάρια τους χωρίς νερό ψοφούν. 3 Τους ουρανούς τούς ντύνω με σκοτάδι, τους σκεπάζω με ρούχο πένθιμο».
Η υπακοή του δούλου του Κυρίου
4 Ο Κύριος, ο Θεός, μού ’δωσε γλώσσα μαθητή, για να μπορούν τα λόγια μου τον κουρασμένο να εμψυχώνουν. Κάθε πρωί με κάνει να περιμένω άπληστα σαν μαθητής τη διδαχή ν’ ακούσω. 5 Ο Κύριος ο Θεός την ακοή μου άνοιξε, κι εγώ δεν αντιστάθηκα ούτε στα πίσω στράφηκα να φύγω. 6 Τη ράχη μου έδωσα σ’ αυτούς που με μαστίγωναν και το σαγόνι μου σ’ αυτούς που μου ξερίζωναν τα γένια· δεν έκρυψα το πρόσωπό μου όταν με βρίζανε και μ’ έφτυναν.
7 Ο Κύριος όμως ο Θεός θα με βοηθήσει· γι’ αυτό και δε θα ντροπιαστώ. Γι’ αυτό και σκλήρυνα το πρόσωπό μου, να γίνει σαν την πέτρα που δεν αισθάνεται, και ξέρω πως δε θ’ απογοητευτώ. 8 Αυτός, που θα με δικαιώσει είναι κοντά· μαζί μου ποιος θ’ αντιδικήσει; Ας παρουσιαστούμε στο δικαστήριο μαζί! Ποιος θα ’ναι αντίδικός μου; Ας με πλησιάσει.
9 Ο Κύριος ο Θεός θα με βοηθήσει· ποιος, λοιπόν, θα με βγάλει ένοχο; Καθώς το ρούχο θα παλιώσουν όλοι τους, ο σκόρος θα τους φάει. 10 Όποιος ανάμεσά σας σέβεται τον Κύριο, του δούλου του ας υπακούσει τη φωνή. Ακόμη κι αν βαδίζει στο σκοτάδι χωρίς καθόλου φως, στ’ όνομα του Κυρίου ας εμπιστεύεται κι ας βρίσκει στήριγμα στο Θεό του. 11 Κι όλοι εσείς που ανάβετε φωτιές και σκορπάτε γύρω την καταστροφή με τους δαυλούς σας, θ’ αφανιστείτε από τη φλόγα της δικής σας της φωτιάς και απ’ τους δαυλούς που εσείς οι ίδιοι ανάψατε. Ετούτο από τον Κύριο θα σας συμβεί: Θα πέσετε κάτω βαθιά στον τόπο των βασάνων.