O ajudador de Israel
1 "Calem-se diante de mim, ó ilhas!
Que as nações renovem as suas forças!
Que elas se apresentem para se defender;
vamos encontrar-nos para julgar a questão.
2 "Quem despertou o que vem do oriente
e o chamou em retidão ao seu serviço,41.2 Ou com quem a vitória se encontra a cada passo.
entregando-lhe nações
e subjugando reis diante dele?
Com a espada ele os reduz a pó,
com o arco os dispersa como palha.
3 Ele os persegue e avança com segurança
por um caminho que os seus pés jamais percorreram.
4 Quem fez tudo isso?
Quem chama as gerações à existência desde o princípio?
Eu, o Senhor,
que sou o primeiro e que sou eu mesmo com os últimos."
5 As ilhas veem isso e temem;
os confins da terra tremem.
Eles se aproximam e vêm à frente;
6 cada um ajuda o outro
e diz a seu irmão: "Seja forte!".
7 O artesão encoraja o ourives,
e aquele que alisa com o martelo
incentiva o que bate na bigorna.
Ele diz acerca da soldagem: "Está boa".
Então, fixa o ídolo com prego para que não tombe.
8 "Você, porém, ó Israel, meu servo,
Jacó, a quem escolhi,
vocês, descendentes de Abraão, meu amigo,
9 eu os tirei dos confins da terra,
dos recantos mais distantes eu os chamei.
Eu disse: ‘Você é meu servo’;
eu o escolhi e não o rejeitei.
10 Por isso, não tema, pois estou com você;
não tenha medo, pois sou o seu Deus.
Eu o fortalecerei e o ajudarei;
eu o segurarei com a destra da minha justiça.
11 "Todos os que o odeiam
certamente serão humilhados e constrangidos;
aqueles que se opõem a você
serão como nada e perecerão.
12 Ainda que você procure os seus inimigos,
não os encontrará.
Os que guerreiam contra você
serão reduzidos a nada.
13 Pois eu sou o Senhor, o seu Deus,
que o segura pela mão direita
e diz a você: ‘Não tema; eu o ajudarei’.
14 Não tenha medo, ó verme Jacó,
ó pequeno Israel,
pois eu mesmo o ajudarei", declara o Senhor,
o seu Redentor, o Santo de Israel.
15 "Veja, eu o tornarei um debulhador
novo e cortante, com muitos dentes.
Você debulhará os montes e os esmagará
e reduzirá as colinas a palha.
16 Você irá peneirá-los, o vento os levará,
e uma ventania os espalhará.
Mas você se regozijará no Senhor
e se gloriará no Santo de Israel.
17 "O pobre e o necessitado buscam água
e não a encontram!
A língua deles está ressequida de sede.
Mas eu, o Senhor, lhes responderei;
eu, o Deus de Israel, não os abandonarei.
18 Abrirei rios nas colinas áridas
e fontes nos vales.
Transformarei o deserto em um lago,
e o chão ressequido, em mananciais.
19 Porei no deserto
o cedro, a acácia, a murta e a oliveira.
Colocarei juntos no ermo
o junípero, o abeto e o pinheiro,
20 para que o povo veja e saiba,
e todos vejam e saibam,
que a mão do Senhor fez isso,
que o Santo de Israel o criou.
21 "Exponham a sua causa",
diz o Senhor.
"Apresentem os seus argumentos",
diz o Rei de Jacó.
22 "Tragam os seus deuses para que nos declarem
as coisas que irão acontecer.
Que eles nos contem como eram as coisas anteriores,
para que as consideremos
e saibamos o seu resultado;
ou que nos declarem as coisas vindouras,
23 revelem-nos o futuro,
para que saibamos que vocês são deuses.
Façam alguma coisa, boa ou má,
para que nos rendamos, cheios de temor.
24 Mas vejam só: vocês não são nada,
e as obras de vocês são totalmente nulas;
detestável é aquele que os escolhe!
25 "Despertei um homem, e do norte ele vem;
desde o nascente proclamará o meu nome.
Pisa em governantes como em argamassa,
como o oleiro amassa o barro.
26 Quem falou disso desde o princípio,
para que o soubéssemos,
ou antecipadamente,
para que pudéssemos dizer:
‘Ele estava certo’?
Ninguém o revelou,
ninguém o fez ouvir,
ninguém ouviu palavra alguma de vocês.
27 Desde o princípio, eu disse a Sião:
Veja, estas coisas estão acontecendo!
Eu darei a Jerusalém um mensageiro de boas-novas.
28 Olho, e não há ninguém entre eles,
nenhum conselheiro que responda quando pergunto.
29 Veja, são todos falsos!
Os seus feitos são nulos;
as suas imagens fundidas não passam de vento e confusão!
Ο Θεός του Ισραήλ προκαλεί τους θεούς των εθνών
1 Ο Κύριος λέει: «Σωπάστε μπρος μου εσείς, κάτοικοι των μακρινών χωρών κι ας ξαναβρούνε οι λαοί το σθένος τους. Ας πλησιάσουν κι ας παρουσιάσουν την υπόθεσή τους· ας συναχθούμε όλοι μαζί, να δούμε ποιος έχει δίκιο.
2 »Ποιος έφερε απ’ την ανατολή εκείνον,εκείνον. Εδώ ο προφήτης φαίνεται να υποδηλώνει, αλλά χωρίς ακόμη να τον κατονομάζει, το βασιλιά Κύρο των Περσών, ο οποίος κατέλαβε αιφνιδιαστικά το ανατολικό τείχος και κυρίεψε τη Βαβυλώνα το 539 π.Χ. (βλ. κεφ. 41:25· 44:28· 45:1 κλπ.) που η νίκη τον ακολουθεί όπου διαβαίνει; Ποιος του παρέδωσε τα έθνη και τον ανέδειξε των βασιλιάδων κυρίαρχο; Το ξίφος του τους σύντριψε σαν να ’ταν σκόνη· τα βέλη του τους σκόρπισαν σαν άχυρα στον άνεμο. 3 Τους καταδίωξε κι ανέπαφος προχώρησε με βιάση, λες και στα πόδια του φυτρώσανε φτερά.
4 »Ποιος τα σχεδίασε όλα τα παραπάνω και τα πραγματοποίησε; Κείνος που πλάθει τις γενιές απ’ την αρχή· εγώ, ο Κύριος, που ήμουν παρών απ’ την αρχή και θα ’μαι ως το τέλος».
Τα έθνη ζητούν προστασία
5 Οι μακρινές οι χώρες είδαν αυτό που έγινε και τρόμαξαν, ταράχτηκαν τα πέρατα της γης· όλοι μαζί πλησίασαν και ήρθαν. 6 Ο ένας τον άλλο βοηθά και λέει: «Κάνε κουράγιο!» 7 Έτσι εμψυχώνει το χρυσοχόο ο ξυλουργός κι ο χαλκοπλάστης λέει σ’ αυτόν όπου σφυρηλατεί στο αμόνι: «Είναι καλή η συγκόλληση». Και με καρφιά το είδωλο στεριώνει, ακλόνητο να στέκει.
Ο Θεός προστατεύει τον Ισραήλ
8 Ο Κύριος λέει: «Εσένα, όμως, δούλε μου Ισραήλ, Ιακώβ, εκλεκτέ μου, απόγονε του Αβραάμ, του φίλου μου, 9 εγώ απ’ τις άκρες σ’ έφερα της γης, σε κάλεσα απ’ τα πέρατά της, και σου είπα: "δούλος μου είσαι". Εγώ σε διάλεξα και δε σε περιφρόνησα. 10 Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβάσαι. Εγώ είμαι ο Θεός σου, μην τρομάζεις. Θα σ’ ενισχύσω, θα σε βοηθήσω, θα σε στηρίξω με το δίκαιο χέρι μου, το δυνατό. 11 Θα ντραπούν και θα γίνουν καταγέλαστοι όλοι όσοι είναι εναντίον σου οργισμένοι, θα εκλείψουν και θ’ αφανιστούν όσοι μ’ εσένα αντιδικούν. 12 Θ’ αναζητήσεις εκείνους που σε μάχονται, αλλά δε θα τους βρεις. Θα εκλείψουνε και θα χαθούν όσοι σε πολεμούνε. 13 Γιατί εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, που απ’ το δεξί σου χέρι σε κρατώ, και που σου λέω: Μη φοβάσαι, έρχομαι να σε βοηθήσω εγώ.
14 »Λοιπόν, μην τρέμεις, Ιακώβ, φτωχέ λαέ Ισραήλ! Εγώ θα σε βοηθήσω, έστω κι αν είσαι ανίσχυρος σαν σκούληκας που τον πατούν. Εγώ, ο Κύριος, ο Άγιος Θεός του Ισραήλ, εγώ είμ’ ο λυτρωτής σου. 15 Άμαξα θα σε κάνω αλωνιστική, καινούρια και με κοφτερά τα δόντια· και θ’ αλωνίσεις τα βουνά και θα τα κάνεις σκόνη, τους λόφους θα τους κάνεις σαν άχυρο λεπτό. 16 Θα τα λιχνίσεις και θα τα σηκώσει ο άνεμος, ο ανεμοστρόβιλος θα τα διασκορπίσει. Τότε εσύ για τον Κύριο θα χαίρεσαι, θα δοξαστείς για τον Άγιο Θεό του Ισραήλ.
17 »Όταν οι αδύνατοι, οι φτωχοί, θα γυρεύουν νερό κι εκείνο δε θα υπάρχει κι η γλώσσα τους από τη δίψα θα ξεραίνεται, εγώ ο Κύριος θα τους εισακούσω· δεν πρόκειται να τους εγκαταλείψω, εγώ ο Θεός του Ισραήλ. 18 Απάνω στα γυμνά βουνά θα κάνω να κυλούν ποτάμια και μέσα στα φαράγγια ν’ αναβρύσουνε πηγές· θα κάνω η έρημος να γίνει λίμνη, η γη η άνυδρη τρεχούμενα νερά. 19 Την έρημο με κέδρους θα φυτέψω, με ακακίες, με μυρτιές κι ελιές· στη στέπα θα φυτέψω κυπαρίσσια, πεύκα και πλάτανους μαζί. 20 Έτσι όλοι θα δουν και θα γνωρίσουν, θα σκεφτούν κι όλοι θα καταλάβουν πως του Κυρίου το χέρι τα ’κανε όλα αυτά, πως ο Άγιος Θεός του Ισραήλ τα δημιούργησε».
Πρόκληση του Κυρίου προς τους ψεύτικους θεούς
21 Ο Κύριος, ο βασιλιάς του Ισραήλ, λέει στους θεούς των εθνών: «Παρουσιάστε την υπόθεση, προβάλετε τα επιχειρήματά σας. 22 Πλησιάστε να μας αναγγείλετε τι θα συμβεί· εξηγήστε μας τα όσα έγινανΠιθανότατη αναφορά στην προέλαση του βασιλιά Κύρου (βλ. υποσ. εις στ. 2). και πέστε μας τη σημασία τους ή ανακοινώστε μας τα μέλλοντα, για να παρατηρήσουμε την εξέλιξή τους. 23 Πέστε μας τι είναι να συμβεί στο μέλλον, ώστε ν’ αναγνωρίσουμε ότι είστε αληθινοί θεοί. Κάντε να ’ρθεί κάποιο καλό ή μια δυστυχία, για να γεμίσουμε τρόμο και θαυμασμό. 24 Αλλά εσείς είστε μηδέν κι είναι ένα τίποτα το έργο σας· είναι αποκρουστικό να σας διαλέγει κάποιος για θεούς του.
25 »Όμως εγώ ξεσήκωσα κάποιον απ’ το βορρά και θα ’ρθει απ’ την ανατολή του ήλιου· με τ’ όνομά του τον καλώ.με τ’ όνομά του τον καλώ, το πιθανό κείμενο, που υποστηρίζεται κι από το χειρ. του Κουμράν. Το παραδοσιακό εβρ. έχει: «αυτός καλεί το όνομά μου». Τους ηγεμόνες θα τους πατήσει σαν το χώμα, όπως ο κεραμοποιός πατάει τον πηλό. 26 Ποιος από σας τα ανάγγειλε όλα αυτά από την αρχή, ώστε να τον αναγνωρίσουμε, κι από τα περασμένα χρόνια, ώστε να πούμε «Έχει δίκιο;» Όχι, κανένας δεν τα ανήγγειλε, κανένας δεν τα διακήρυξε, ούτ’ άκουσε τα λόγια σας κανένας. 27 Πρώτος εγώ τα ανήγγειλα στη Σιών κι έστειλα στην Ιερουσαλήμ αγγελιοφόρο με τις ειδήσεις τις καλές.
28 »Κοίταξα, μα κανένας δεν υπήρχε ανάμεσά τους σύμβουλος, να τον ρωτήσω και να μου απαντήσει. 29 Όλοι τους είναι ένα μηδέν,ένα μηδέν. Σύμφωνα με ορισμένες παλαιές μετ. και το χειρ. του Κουμράν. Το παραδοσιακό εβρ. έχει «ανομία». τα έργα τους είν’ ένα τίποτα· τα είδωλά τους άνεμος και ματαιότητα».