1 Enviem cordeiros como tributo ao governante da terra,
desde Selá, atravessando o deserto,
até o monte da Filha de Sião.
2 Como aves em fuga,
lançadas fora do ninho,
assim são as mulheres de Moabe
nos vaus do Arnom.
3 "Dá conselhos
e propõe uma decisão.
Torna a tua sombra como a noite
em pleno meio-dia
e esconde os fugitivos;
não deixes ninguém saber onde estão os refugiados.
4 Que os fugitivos16.4 Hebraico: os meus banidos. moabitas habitem contigo;
sê para eles abrigo contra o destruidor."
O opressor há de ter fim,
a destruição acabará,
e o agressor desaparecerá da terra.
5 Então, em amor leal será firmado um trono;
com fidelidade um homem se assentará sobre ele,
na tenda de Davi:
um juiz que busca a justiça
e se apressa em defender o que é justo.
6 Ouvimos acerca da soberba de Moabe:
da sua arrogância exagerada,
da sua soberba, do seu orgulho e da sua arrogância;
a sua fanfarrice é vazia.
7 Por isso, choram os moabitas,
todos choram por Moabe.
Cada um se lamenta e se entristece
pelos bolos de passas de Quir-Haresete.
8 As lavouras de Hesbom estão murchas,
como também as videiras de Sibma.
Os donos das nações
pisotearam as melhores videiras,
que antes chegavam até Jazer
e se estendiam para o deserto.
Seus brotos espalhavam-se
e chegavam ao mar.
9 Por isso, eu choro, como Jazer chora,
pelas videiras de Sibma.
Ó Hesbom e Eleale,
com minhas lágrimas eu as encharco!
Já não se ouvem os gritos de alegria
por seus frutos e por suas colheitas.
10 Foram-se a alegria e a exultação dos pomares;
ninguém canta nem grita nas vinhas;
ninguém pisa as uvas nos lagares,
pois fiz cessar os gritos de alegria.
11 Por isso, as minhas entranhas gemem como harpa por Moabe;
o meu interior, por Quir-Heres.
12 Quando Moabe se apresentar e se exaurir nos santuários locais,
e for ao seu lugar sagrado para orar,
nada conseguirá.
13 Essa palavra o Senhor já havia falado acerca de Moabe. 14 Agora, porém, o Senhor diz:
— Dentro de três anos, como os anos de um assalariado, o esplendor de Moabe e toda a sua grande população serão desprezados, e os seus sobreviventes serão poucos e fracos.
1 Απ’ τη Σελά μέσ’ απ’ την έρημο στείλτε αγγελιοφόρους μ’ ένα αρνί για της χώρας τον άρχοντα,μ’ ένα αρνί... άρχοντα. Πιθανώς πρόκειται για δώρο του βασιλιά της Μωάβ προς το βασίλειο του Ιούδα, για να επιτύχει κάποια χάρη. στο όρος της Σιών. 2 Και να του πουν: «Σαν τα πουλιά, που ’ναι διωγμένα απ’ τη φωλιά τους και που πετούν εδώ κι εκεί, έτσι είναι και της Μωάβ οι κόρες στις διαβάσεις του Αρνών.Αρνών. Για πολλά χρόνια ο χείμαρρος αυτός αποτελούσε το φυσικό βόρειο σύνορο της Μωάβ.3 Συμβούλεψέ μας, αποφάσισε, άπλωσε τη σκιά σου μες στο καταμεσήμερο και σαν τη νύχτα σκέπασέ μας. Κάλυψε τους κυνηγημένους μας και μην προδίνεις τους φυγάδες. 4 Άφησε τους εκπατρισμένους της Μωάβ να βρουν κατάλυμα κοντά σου· γίνε τους καταφύγιο από τον εξολοθρευτή».
Τότε η καταπίεση θα πάψει, θα πάρει τέλος και η καταστροφή· εκείνος που τη χώρα δυναστεύει, θα εξαφανιστεί. 5 Τότε θα στηθεί θρόνος στεριωμένος στην πιστότητα, και θα καθίσει πάνω του ένας από τους απογόνους του Δαβίδ, ένας που θ’ αγαπά το δίκαιο και θα ’χει πάθος για τη δικαιοσύνη.
Η Ιερουσαλήμ δεν μπορεί να βοηθήσει τη Μωάβ
6 Ακούσαμε για την αλαζονεία της Μωάβ, μια αλαζονεία υπέρμετρη, για την υπεροψία της και για την έπαρσή της· οι κομπασμοί της όμως είναι μάταιοι. 7 Γι’ αυτό οι Μωαβίτες θρηνούν για τη Μωάβ· όλοι θρηνούν· στενάζουν όταν θυμούνται τις ωραίες σταφιδόπιτες της Κιρ-Χαρεσέθ, ολότελα απελπισμένοι.Για την Κιρ-Χαρεσέθ βλ. υποσ. εις κεφ. 15:1. – Για τις σταφιδόπιτες βλ. υποσ. εις Ωσ 3:1.
8 Τα λιβάδια της Εσεβών και τ’ αμπέλια της Σιβμά μαραίνονται. Οι άρχοντες των εθνών κατέστρεψαν τα κλήματα που έφταναν ώς την Ιαζήρ κι έμπαιναν μες στην έρημο, που τα κλαδιά τους είχαν απλωθεί κι έφταναν ως πέρα από τη Νεκρά Θάλασσα. 9 Γι’ αυτό θρηνώ τον αμπελώνα της Σιβμά, όπως θρηνώ την Ιαζήρ. Σας βρέχω με τα δάκρυά μου, Εσεβών και Ελεαλή· γιατί πάνω στους θερινούς καρπούς και στη σοδειά σας ξέσπασε των εχθρών σας η πολεμική κραυγή. 10 Χάθηκε η χαρά κι η αγαλλίαση απ’ τους αγρούς τους καρποφόρους, κι ούτε τραγούδια πια μέσα στ’ αμπέλια, ούτε χαρές· οι εργάτες δεν πατάνε πια στα πατητήρια τα σταφύλια, έπαψαν οι χαρούμενες φωνές.έπαψαν... φωνές, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «έπαψα τις χαρούμενες φωνές».
11 Γι’ αυτό η καρδιά μου τρέμει για τη Μωάβ σαν της κιθάρας τις χορδές, τα σωθικά μου τρέμουν για την Κιρ-Αρές.Κιρ-Αρές. Βλ. υποσ. εις κεφ. 15:1.12 Κοπιάζει άδικα ο Μωάβ να τρέχει στους ιερούς τόπους και στο ιερό του να πηγαίνει για να προσευχηθεί· δε θα πετύχει τίποτα.
13 Αυτά είχε πει από παλιά ο Κύριος ενάντια στη Μωάβ. 14 Να, όμως, τι εξαγγέλλει ο Κύριος, τώρα: «Σε τρία χρόνια ακριβώς, η δύναμη η μεγάλη της Μωάβ θα καταπέσει. Απ’ το μεγάλο πληθυσμό της μονάχα ένα υπόλοιπο θα μείνει· κι αυτό θα ’ναι πολύ μικρό κι ασήμαντο».