1 Kẻ ngu dại nói trong lòng rằng: Chẳng có Đức Chúa Trời. Chúng nó đều bại hoại, phạm tội ác gớm ghiếc; Chẳng có ai làm điều lành. 2 Đức Chúa Trời từ trên trời ngó xuống con loài người, Đặng xem thử có ai thông sáng, Tìm kiếm Đức Chúa Trời chăng. 3 Chúng nó thay thảy đều lui lại, cùng nhau trở nên ô uế; Chẳng có ai làm điều lành, Dầu một người cũng không. 4 Các kẻ làm ác há chẳng hiểu biết sao? Chúng nó ăn nuốt dân ta khác nào ăn bánh, Và cũng chẳng hề khẩn cầu Đức Chúa Trời. 5 Nơi chẳng có sự kinh khiếp, Chúng nó bị cơn kinh khiếp áp bắt; Vì Đức Chúa Trời rải rắc cốt hài của kẻ đóng đối nghịch ngươi. Ngươi đã làm cho chúng nó hổ thẹn, vì Đức Chúa Trời từ bỏ chúng nó. 6 Oâi! chớ chi từ Si-ôn sự cứu rỗi của Y-sơ-ra-ên đã đến! Khi Đức Chúa Trời đem về các phu tù của dân sự Ngài, Thì Gia-cốp sẽ mừng rỡ và Y-sơ-ra-ên vui vẻ.
Domínio Público. Esta tradução bíblica de domínio público é trazida a você por cortesia de eBible.org.
Οι πιστοί και ο Θεός τους σ’ έναν κόσμο διαφθοράς
(Ψλ 14)
1 Στον πρωτοψάλτη· όπως το «μαχαλάθ». Μασχίλ του Δαβίδ.Μαχαλάθ είναι τεχνικός όρος, που πιθανόν σημαίνει «μελαγχολικός ήχος». – Για τον όρο Μασχίλ βλ. υποσ. εις Ψλ 32:1.
2 Είπε μες στην καρδιά του ο ασύνετος:
«Δεν υπάρχει Θεός που να ενεργεί».Δεν... ενεργεί. Βλ. υποσ. εις Ψλ 14:1.
Φθαρμένα είναι τα έργα τους κι ανόσια,
κανείς δεν πράττει το αγαθό.
3 Παρατηρεί απ’ τους ουρανούς
ο Κύριος τους ανθρώπους,
να δει αν υπάρχει συνετός κανείς,
που το Θεό γυρεύει.
4 Όλοι απομακρύνθηκαν, όλοι μαζί φθαρήκαν.
Κανείς δεν πράττει το καλό, έστω κι ένας
μονάχος.
5 «Δεν έχουνε», ρωτάει ο Θεός, «επίγνωση
οι δράστες όλοι του κακού;
Κατασπαράζουν το λαό μου,
έτσι όπως τρώνε το ψωμί·
σ’ εμένα δεν προσεύχονται».
6 Θα πέσει μέγας φόβος
εκεί που φόβος δεν υπήρχε,
γιατί διασκόρπισε ο Θεός
τα κόκαλα των πολιορκητών σου,
λαέ μου·
τους ντρόπιασε,
γιατί ο Θεός τούς είχε απορρίψει.
7 Ποιος θα χαρίσει απ’ τη Σιών
τη σωτηρία του Ισραήλ;
Όταν ο Κύριος ξαναφέρει το λαό του
στην πρωτινή ευτυχία του,
οι απόγονοι του Ιακώβ θ’ αγάλλονται,
όλος ο Ισραήλ θα χαίρεται.