Ευλόγησε τον Κύριο, ψυχή μου!
1 Του Δαβίδ.
Ευλόγησε τον Κύριο, ψυχή μου,
και όλο μου το είναι
το όνομά του τ’ άγιο!
2 Ευλόγησε τον Κύριο, ψυχή μου,
και μην ξεχνάς καμιά απ’ τις καλοσύνες του!
3 Αυτός σου συγχωρεί όλες τις ανομίες σου,
και θεραπεύει τις αρώστιες σου όλες.
4 Αυτός από το θάνατο γλιτώνει τη ζωή σου,
σε πλημμυρίζει μ’ έλεος κι αγάπη.
5 Σου δίνει όσα πόθησες αγαθά,
η νιότη σου καθώς του αϊτού θ’ ανανεώνεται.η νιότη σου... θ’ ανανεώνεται. Η φράση στηρίζεται στην αντίληψη που εκφράζεται στο Ησ. 40:31.
6 Έργα δικαιοσύνης κάνει ο Κύριος
και δίκαιη κρίση σ’ όλους τους κατατρεγμένους.
7 Φανέρωσε τα σχέδιά του στο Μωυσή
και στους Ισραηλίτες τα έργα του.
8 Ο Κύριος είναι πονετικός και γενναιόδωρος,
ανεκτικός κι άμετρα σπλαχνικός.
9 Δεν είναι η οργή του αδιάκοπη
και δεν κρατά ο θυμός του για παντοτινά.
10 Ό,τι μας έπρεπε για τις αμαρτίες μας
δε μας το ’κανε,
κι ανάλογα με τις παρανομίες μας
δε μας τιμώρησε.
11 Όσο είναι το ύψος τ’ ουρανού πάνω απ’ τη γη,
τόσο απέραντη είναι η αγάπη του
για κείνους που τον σέβονται.
12 Όσο απέχει από τη δύση η ανατολή,
τόσο απομάκρυνε από μας τις ανομίες μας.
13 Όπως σπλαχνίζεται ο πατέρας τα παιδιά του,
έτσι σπλαχνίζεται ο Κύριος εκείνους που τον σέβονται.
14 Ξέρει αυτός από τι πλαστήκαμε,
θυμάται πως είμαστε χώμα.
15 Σαν το χορτάρι είναι του ανθρώπου η ζωή,
σαν το λουλούδι του αγρού·
έτσι ανθίζει.
16 Μα άνεμος πάνω του περνά και δεν υπάρχει πια
κι ούτε που φαίνεται ο τόπος που βρισκόταν.
17 Αλλά η αγάπη του Κυρίου για κείνους που τον σέβονται
είναι από πάντα και για παντοτινά·
όπως κι η δικαιοσύνη του
για των παιδιών τους τα παιδιά,
18 για κείνους που τηρούν τη διαθήκη του
και που τις εντολές του τις θυμούνται
και τις κάνουνε πράξη.
19 Ο Κύριος έστησε στον ουρανό το θρόνο του
κι η εξουσία του απλώνεται στα πάντα.
20 Τον Κύριο ευλογείτε όλοι του οι άγγελοι,
δυνάμεις ισχυρότατες, που εκτελείτε ό,τι σας πει,
υπάκουοι στη φωνή της προσταγής του!
21 Τον Κύριο ευλογείτε όλες οι ουράνιες δυνάμεις του,
που τον υπηρετείτε και κάνετε ό,τι κι αν θελήσει!
22 Το Κύριο ευλογείτε όλα τα έργα του,
σε κάθε τόπο που αυτός εξουσιάζει!
Ευλόγησε τον Κύριο, ψυχή μου!
1 Bendize, ó minha alma, o Senhor! Senhor, meu Deus, vós sois imensamente grande! De majestade e esplendor vos revestis,
2 envolvido de luz como de um manto. Vós estendestes o céu qual pavilhão,
3 acima das águas fixastes vossa morada. De nuvens fazeis vosso carro, andais nas asas do vento;
4 fazeis dos ventos os vossos mensageiros, e dos flamejantes relâmpagos vossos ministros.
5 Fundastes a terra em bases sólidas que são eternamente inabaláveis.
6 Vós a tínheis coberto com o manto do oceano, as águas ultrapassavam as montanhas.
7 Mas à vossa ameaça elas se afastaram, ao estrondo de vosso trovão estremeceram.
8 Elevaram-se as montanhas, sulcaram-se os vales nos lugares que vós lhes destinastes.
9 Estabelecestes os limites, que elas não hão de ultrapassar, para que não mais tornem a cobrir a terra.
10 Mandastes as fontes correr em riachos, que serpeiam por entre os montes.
11 Ali vão beber os animais dos campos, neles matam a sede os asnos selvagens.
12 Os pássaros do céu vêm aninhar em suas margens, e cantam entre as folhagens.
13 Do alto de vossas moradas derramais a chuva nas montanhas, do fruto de vossas obras se farta a terra.
14 Fazeis brotar a relva para o gado, e plantas úteis ao homem, para que da terra possa extrair o pão
15 e o vinho que alegra o coração do homem, o óleo que lhe faz brilhar o rosto e o pão que lhe sustenta as forças.
16 As árvores do Senhor são cheias de seiva, assim como os cedros do Líbano que ele plantou.
17 Lá constroem as aves os seus ninhos, nos ciprestes a cegonha tem sua casa.
18 Os altos montes dão abrigo às cabras, e os rochedos aos arganazes.
19 Fizestes a lua para indicar os tempos; o sol conhece a hora de se pôr.
20 Mal estendeis as trevas e já se faz noite, entram a rondar os animais das selvas.
21 Rugem os leõezinhos por sua presa, e pedem a Deus o seu sustento.
22 Mas se retiram ao raiar do sol, e vão se deitar em seus covis.
23 É então que o homem sai para o trabalho, e trabalha sem descanso até o entardecer.
24 Ó Senhor, quão variadas são as vossas obras! Feitas, todas, com sabedoria, a terra está cheia das coisas que criastes.
25 Eis o mar, imenso e vasto, onde, sem conta, se agitam animais grandes e pequenos.
26 Nele navegam as naus e o Leviatã que criastes para brincar nas ondas.
27 Todos esses seres esperam de vós que lhes deis de comer em seu tempo.
28 Vós lhes dais e eles o recolhem; abris a mão, e se fartam de bens.
29 Se desviais o rosto, eles se perturbam; se lhes retirais o sopro, expiram e voltam ao pó donde saíram.
30 Se enviais, porém, o vosso sopro, eles revivem e renovais a face da terra.
31 Ao Senhor, glória eterna; alegre-se o Senhor em suas obras!
32 Ele, cujo olhar basta para fazer tremer a terra, e cujo contato inflama as montanhas.
33 Enquanto viver, cantarei à glória do Senhor, salmodiarei o meu Deus enquanto existir.
34 Possam minhas palavras lhe ser agradáveis! Minha única alegria se encontra no Senhor.
35 Sejam tirados da terra os pecadores e doravante desapareçam os ímpios. Bendize, ó minha alma, o Senhor! Aleluia.