Κάτω απ’ τη στέγη του Υψίστου
1 Όποιος κάτω απ’ τη στέγη
του Υψίστου κατοικεί,
όποιος στου Παντοκράτορα τον ίσκιο
διαμένει,
2 ας λέει στον Κύριο:
«Κρησφύγετο και φρούριό μου
είν’ ο Θεός μου που σ’ αυτόν ελπίζω».
3 Αυτός σ’ ελευθερώνει
από παγίδα κυνηγού,
από τις συκοφαντικές καταγγελίες.
4 Με τις φτερούγες του θα σε σκεπάσει,
κάτω απ’ το φτέρωμά του θα κρυφτείς·
ασπίδα σου και περιτείχισμα
θα ’ναι η πιστότητά του.
5 Απ’ της νυχτιάς το ρίγος δεν θα φοβηθείς
ούτε τη μέρα από αιφνίδιο βέλος,
6 από καταστροφή που στο σκοτάδι έρχεται,
ή από πανούκλα που θερίζει μέρα μεσημέρι.
7 Στ’ αριστερά σου χίλιοι θα πεθάνουν,
χιλιάδες δέκα στα δεξιά σου,
μα εσένα δε θα σ’ εύρει το κακό.
8 Τα μάτια σου μονάχα θα θωρούν
να δουν των ασεβών την τιμωρία.
9 Γιατί εσύ λες:
«Ο Κύριος είναι το κρησφύγετό μου».
Τον Ύψιστο τον έβαλες προστάτη σου.
10 Κακό κανένα δε θα πέσει πάνω σου
και συμφορά δε θα σιμώσει τη σκηνή σου.
11 Αυτός διατάζει τους αγγέλους του
για χάρη σου,
να σε φυλάνε όπου κι αν πας.
12 Θα σε σηκώσουνε στα χέρια τους,
να μη σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα.
13 Θα περπατάς απάνω σε λιοντάρια και σε φίδια·
με το πόδι σου θα συντρίβεις τα λιονταράκια
και τους δράκοντες.
14 «Εγώ θα σώσω εκείνον» –λέει ο Κύριος–
«που πάνω μου στηρίζεται·
θα τον υψώσω,
γιατί ξέρει ποιος είμαι.
15 Μ’ επικαλείται και του αποκρίνομαι,
μαζί του είμ’ εγώ στη θλίψη·
θα τον λυτρώνω και θα τον δοξάζω.
16 Χρόνους πολλούς θα του δώσω να ζήσει
και θα τον κάνω να δει πως ο σωτήρας του είμαι εγώ».
1 Salmo. Cântico para o dia de sábado.
2 É bom louvar ao Senhor e cantar salmos ao vosso nome, ó Altíssimo;
3 proclamar, de manhã, a vossa misericórdia, e, durante a noite, a vossa fidelidade,
4 com a harpa de dez cordas e com a lira, com cânticos ao som da cítara,
5 pois vós me alegrais, Senhor, com vossos feitos; exulto com as obras de vossas mãos.
6 Senhor, estupendas são as vossas obras! E quão profundos os vossos desígnios!
7 Não compreende estas coisas o insensato, nem as percebe o néscio.
8 Ainda que floresçam os ímpios como a relva, e floresçam os que praticam a maldade, eles estão à perda eterna destinados.
9 Vós, porém, Senhor, sois o Altíssimo por toda a eternidade.
10 Eis que vossos inimigos, Senhor, vossos inimigos hão de perecer, serão dispersados todos os artesãos do mal.
11 Exaltastes a minha cabeça como a do búfalo, e com óleo puríssimo me ungistes.
12 Meus olhos vêem os inimigos com desprezo, e meus ouvidos ouvem com prazer o que aconteceu aos que praticam o mal.
13 Como a palmeira, florescerão os justos, que se elevarão como o cedro do Líbano.
14 Plantados na casa do Senhor, nos átrios de nosso Deus hão de florir.
15 Até na velhice eles darão frutos, continuarão cheios de seiva e verdejantes,
16 para anunciarem quão justo é o Senhor, meu rochedo, e como não há nele injustiça.