Κύριε, σε δίκη μη με φέρεις!
1 Ψαλμός του Δαβίδ.
Κύριε,
άκουσε την προσευχή μου,
δώσε την προσοχή σου στην ικεσία μου!
Με την πιστότητά σου απάντησέ μου,
μες στη δικαιοσύνη σου.
2 Σε δίκη μη θελήσεις να με φέρεις,
γιατί κανένας ζωντανός
δεν είναι δίκαιος μπροστά σου.
3 Τη ζωή μου την κατάτρεξε ο εχθρός,
και μ’ έριξε πάνω στη γη
να με ποδοπατήσει·
με κάθισε στα σκοτεινά
καθώς αυτοί που ’ναι νεκροί από χρόνια.
4 Κι εγώ λιγοψυχώ,
μέσα μου συνταράζεται η καρδιά μου.
5 Θυμάμαι τις παλιές τις μέρες,
πάνω σ’ όλα τα έργα σου στοχάζομαι
και συλλογίζομαι τα όσα έχεις φτιάξει.
6 Σ’ εσένα υψώνω τα χέρια μου·
σαν διψασμένη γη η ψυχή μου
σ’ εσένα στρέφεται.
(Διάψαλμα)
7 Σύντομα δώσ’ μου, Κύριε, απόκριση,
χάνεται η πνοή μου·
μην κρύβεις από μένα την παρουσία σου
και γίνω όμοιος μ’ αυτούς
που κατεβαίνουνε στον τάφο.
8 Απ’ το πρωί κάνε να νιώσω την αγάπη σου,
γιατί σ’ εσένα ελπίζω·
μάθε μου, Κύριε, το δρόμο
που πρέπει να πορεύομαι,
γιατί σ’ εσένα τη ζωή μου εμπιστεύτηκα.
9 Λευτέρωσέ με απ’ τους εχθρούς μου,
Κύριε·
κατέφυγα σ’ εσένα.
10 Δίδαξέ με να κάνω αυτό που θέλεις,
γιατί ο Θεός μου είσ’ εσύ·
με αγαθοσύνη ας με καθοδηγεί το Πνεύμα σου
στο δρόμο το σωστό.
11 Όπως μου υποσχέθηκες, Κύριε,
δώσε μου τη ζωή·
χάρη στη δικαιοσύνη σου,
βγάλε με από τη θλίψη.
12 Απ’ την αγάπη σου για μένα
θα εξολοθρέψεις τους εχθρούς μου
και θα εξοντώσεις όλους που με θλίβουνε,
γιατί σου είμαι αφοσιωμένος.
1 De Davi. Bendito seja o Senhor, meu rochedo, que adestra minhas mãos para o combate, meus dedos para a guerra;
2 meu benfeitor e meu refúgio, minha cidadela e meu libertador, meu escudo e meu asilo, que submete a mim os povos.
3 Que é o homem, Senhor, para cuidardes dele, que é o Filho do Homem para que vos ocupeis dele?
4 O homem é semelhante ao sopro da brisa, seus dias são como a sombra que passa.
5 Inclinai, Senhor, os vossos céus e descei, tocai as montanhas para que se abrasem,
6 fulminai o raio e dispersai-os, lançai vossas setas e afugentai-os.
7 Estendei do alto a vossa mão, tirai-me do caudal, das mãos do estrangeiro,
8 cuja boca só diz mentiras e cuja mão só faz juramentos falsos.
9 Ó Deus, vou cantar-vos um cântico novo, vos louvarei com a harpa de dez cordas.
10 Vós que aos reis dais a vitória, que livrastes Davi, vosso servo;
11 salvai-me da espada da malícia, e livrai-me das mãos de estrangeiros, cuja boca só diz mentiras e cuja mão só faz juramentos falsos.
12 Sejam nossos filhos como as plantas novas, que crescem na sua juventude; sejam nossas filhas como as colunas angulares esculpidas, como os pilares do templo.
13 Encham-se os nossos celeiros de frutos variados e abundantes, multipliquem-se aos milhares nossos rebanhos, por miríades cresçam eles em nossos campos; sejam fecundas as nossas novilhas.
14 Não haja brechas em nossos muros, nem ruptura nem lamentações em nossas praças.
15 Feliz o povo agraciado com tais bens; feliz o povo cujo Deus é o Senhor.