Εδώ στη γη υπάρχει Θεός που κρίνει
1 Στον πρωτοψάλτη· όπως το «αλ-τασχέθ» (μην καταστρέφεις). ΜικτάμΜικτάμ. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 16:1. του Δαβίδ.
2 Εσείς οι ισχυροί όταν δικάζετε
βγάζετε δίκαιες για τους ανθρώπους αποφάσεις
ή κάνετε το δίκιο να σωπάσει;
3 Συνειδητά και με τη θέλησή σας
το άδικο εφαρμόζετε.
4 Από τη μήτρα
παραστρατήσαν οι άπιστοι·
πλανήθηκαν απ’ την κοιλιά της μάνας τους
οι ρήτορες του ψεύδους.
5 Έχουν φαρμάκι, σαν το φαρμάκι του φιδιού·
της όχεντρας που ’χει κλειστά τ’ αυτιά της.
6 Και δεν ακούει των μάγων τη φωνή,
του γητευτή, του μάστορη στα μάγια.
7 Σύντριψέ τους, Θεέ,
τα δόντια μες στο στόμα τους·
σπάσε, Κύριε, τα σαγόνια
των λιονταριών.
8 Ας σκορπιστούν σαν τα νερά που τρέχουν·
κι όταν σκοπεύουνε, τα βέλη τους
ας είναι στομωμένα.
9 Όπως το σαλιγγάρι, πάνω στη βλέννα ας περπατούν,
ή σαν γυναίκας έκτρωμα,
που δεν το είδε ο ήλιος.
10 Τ’ αγκάθια πριν βλαστήσουνε
και γίνουν σαν τα βάτα
κι ενώ είν’ ακόμα θαλερά,
η θύελλα σαν ξερά κλαδιά
θα τ’ ανεμοσκορπίσει.Στο στ. 10 το εβρ. κείμενο είναι ασαφές και η μετ. αβέβαιη.
11 Θα χαίρεται ο δίκαιος που είδε την ανταπόδοση·
τα πόδια του θα πλένει
στο αίμα των ασεβών.
12 Θα πουν οι άνθρωποι:
«Αλήθεια, υπάρχει για τον δίκαιο αμοιβή·
αλήθεια, εδώ στη γη
υπάρχει Θεός που κρίνει».
1 Para o mestre de canto. "Não destruas". Cântico de Davi, quando Saul mandou cercar-lhe a casa para matá-lo.
2 Livrai-me, ó meu Deus, dos meus inimigos, defendei-me dos meus adversários.
3 Livrai-me dos que praticam o mal, salvai-me dos homens sanguinários.
4 Vede: armam ciladas para me tirar a vida, homens poderosos conspiram contra mim.
5 Senhor, não há em mim crime nem pecado. Sem que eu tenha culpa, eles acorrem e atacam. Despertai-vos, vinde para mim e vede,
6 porque vós, Senhor dos exércitos, sois o Deus de Israel. Erguei-vos para castigar esses pagãos, não tenhais misericórdia desses pérfidos.
7 Eles voltam todas as noites, latindo como cães, e percorrem a cidade toda.
8 Eis que se jactam à boca cheia, tendo nos lábios só injúrias, e dizem: "Pois quem é que nos ouve?".
9 Mas vós, Senhor, vós rides deles, zombais de todos os pagãos.
10 Ó vós que sois a minha força, é para vós que eu me volto. Porque vós, ó Deus, sois a minha defesa.
11 Ó meu Deus, vós sois todo bondade para mim. Venha Deus em meu auxílio, faça-me deleitar pela perda de meus inimigos.
12 Destruí-os, ó meu Deus, para que não percam o meu povo; conturbai-os, abatei-os com vosso poder, ó Deus, nosso escudo.
13 Cada palavra de seus lábios é um pecado. Que eles, surpreendidos em sua arrogância, sejam as vítimas de suas próprias calúnias e maldições.
14 Destruí-os em vossa cólera, destruí-os para que não subsistam, para que se saiba que Deus reina em Jacó e até os confins da terra.
15 Todas as noites eles voltam, latindo como cães, rondando pela cidade toda.
16 Vagueiam em busca de alimento; não se fartando, eles se põem a uivar.
17 Eu, porém, cantarei vosso poder, e desde o amanhecer celebrarei vossa bondade, porque vós sois o meu amparo, um refúgio no dia da tribulação.
18 Ó vós, que sois a minha força, a vós, meu Deus, cantarei salmos porque sois minha defesa. Ó meu Deus, vós sois todo bondade para mim.