Προσευχή του βασιλιά
1 Του Δαβίδ.
Ευλογημένος να ’σαι, Κύριε,
εσύ, ο βράχος μου·
τα χέρια μου γυμνάζεις
για τη μάχη,
τα δάχτυλά μου για τον πόλεμο.
2 Προστάτη μου κι οχύρωμά μου,
κάστρο μου κι ελευθερωτή μου,
ασπίδα μου, κοντά σου είμ’ ασφαλής·
σ’ εμένα τους λαούςλαούς, σύμφωνα με πολλά εβρ. χειρόγραφα και μερικές παλαιές μεταφράσεις (πρβλ. Ψλ 18:48). Το εβρ. έχει: «το λαό μου». θα υποτάξεις.
3 Κύριε, τι είν’ ο άνθρωπος
ώστε να τον φροντίζεις;
ο κάτοικος της γης
ώστε να νοιάζεσαι γι’ αυτόν;
4 Ο άνθρωπος μοιάζει με πνοή·
και σαν τη φευγαλέα σκιά
οι μέρες της ζωής του.
5 Κύριε, τα ουράνια σου χαμήλωσέ τα
και κατέβα·
άγγιξε τα βουνά
και θ’ αναδώσουνε καπνό.
6 Στείλε αστραπές
και τους εχθρούς μου σκόρπισε·
ρίξε τα βέλη σου
σύγχυση να τους φέρεις.
7 Στείλε τη δύναμή σου από ψηλά,
γλίτωσέ με και σώσε με
απ’ την πλημμύρα,
από την εξουσία των ξένων.
8 Που λέει το στόμα τους ψευτιές,
ακόμα κι όταν το δεξί τους χέρι
υψώνουνε για να ορκιστούν.
9 Για σένα, Θεέ, θα ψάλω
καινούρια ωδή.
Με άρπα δεκάχορδη
θα παίξω μουσική
για σένα,
10 που βοηθάς τους βασιλιάδες να νικούν
και που γλιτώνεις το Δαβίδ, το δούλο σου,
από κακή σπαθιά.
11 Γλίτωσέ με και σώσε με
από την εξουσία των ξένων,
που λέει το στόμα τους ψευτιές,
ακόμα κι όταν το δεξί τους χέρι
υψώνουνε για να ορκιστούν.
12 Ας είναι οι γιοι μας σαν νιοφυτεμένα δέντρα,
που από μικρά ολόισια ψηλώνουνε
χωρίς εμπόδια.
Ας είναι οι θυγατέρες μας ωραίες και γερές,
καθώς οι σκαλιστές κολόνες
οπού κοσμούν τ’ ανάκτορα.
13 Ας είν’ οι αποθήκες μας
γεμάτες αγαθά κάθε λογής·
και σε χιλιάδες και μυριάδες ας πληθαίνουν
τα πρόβατά μας στα βοσκοτόπια μας.
14 Ας είναι καρπερές οι αγελάδες μας,
χωρίς θανατικά κι αποβολές·
και θρηνωδίες ας μην ηχήσουν
στις πλατείες μας.
15 Μακάριος είν’ ο λαός
που του συμβαίνουν όλ’ αυτά!
Μακάριος είν’ ο λαός,
που ’χει τον Κύριο Θεό του!
1 Louvor. De Davi. Ó meu Deus, meu rei, eu vos glorificarei, e bendirei o vosso nome pelos séculos dos séculos.
2 Dia a dia vos bendirei, e louvarei o vosso nome eternamente.
3 Grande é o Senhor e sumamente louvável, insondável é a sua grandeza.
4 Cada geração apregoa à outra as vossas obras, e proclama o vosso poder.
5 Elas falam do brilho esplendoroso de vossa majestade, e publicam as vossas maravilhas.
6 Anunciam o formidável poder de vossas obras e narram a vossa grandeza.
7 Proclamam o louvor de vossa bondade imensa, e aclamam a vossa justiça.
8 O Senhor é clemente e compassivo, generoso e cheio de bondade.
9 O Senhor é bom para com todos, e sua misericórdia se estende a todas as suas obras.
10 Glorifiquem-vos, Senhor, todas as vossas obras, e vos bendigam os vossos fiéis.
11 Que eles apregoem a glória de vosso reino, e anunciem o vosso poder,
12 para darem a conhecer aos homens a vossa força, e a glória de vosso reino maravilhoso.
13 Vosso reino é um reino eterno, e vosso império subsiste em todas as gerações. O Senhor é fiel em suas palavras, e santo em tudo o que faz.
14 O Senhor sustém os que vacilam, e soergue os abatidos.
15 Todos os olhos esperançosos se dirigem para vós, e a seu tempo vós os alimentais.
16 Basta abrirdes as mãos, para saciardes com benevolência todos os viventes.
17 O Senhor é justo em seus caminhos, e santo em tudo o que faz.
18 O Senhor se aproxima dos que o invocam, daqueles que o invocam com sinceridade.
19 Ele satisfará o desejo dos que o temem, ouvirá seus clamores e os salvará.
20 O Senhor vela por aqueles que o amam, mas exterminará todos os maus.
21 Que minha boca proclame o louvor do Senhor, e que todo ser vivo bendiga eternamente o seu santo nome.