Εμπιστοσύνη του κατατρεγμένου στην απόφαση του Θεού
1 Στον πρωτοψάλτη· όπως το «Μακρινό περιστέρι της σιωπής». ΜικτάμΜικτάμ. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 16:1. του Δαβίδ, όταν τον είχαν συλλάβει οι Φιλισταίοι στη Γαθ.
2 Δώσ’ μου το έλεός σου, Θεέ,
γιατί με κατατρέχουν·
όλη τη μέρα με συνθλίβουν οι πολιορκητές.
3 Οι εχθροί μου απάνω μου χυμούν
όλη τη μέρα·
γιατί πολλοί με πολεμάνε,
Ύψιστε.
4 Όταν με πιάνει τρόμος
σ’ εσένα εγκαταλείπομαι.
5 Στο Θεό που το λόγο του εξυμνώ,
στο Θεό ελπίζω, δε φοβάμαι·
τι θα μου κάνει ένας θνητός;
6 Ολημερίς διαστρέφουνε
τα λόγια μου·
εναντίον μου οι σκέψεις τους
όλες για το κακό.
7 Κρύβονται, καιροφυλακτούν,
κατασκοπεύουνε τα βήματά μου·
τη ζωή μου επιβουλεύονται.
8 Γι’ αυτήν την ανομία τους
πώς θα ξεφύγουν την οργή σου;
Θεέ, ρίξε στο χώμα τους λαούς!
9 Ξέρεις εσύ πόσες φορές πήρα το δρόμο της φυγής.
Μάζεψε τα δάκρυά μου μες στο ασκί σου·
δεν τα ’χεις ένα ένα μετρημένα;
10 Πισωδρομούν οι εχθροί μου,
κάθε φορά που σου ζητώ βοήθεια·
το ξέρω ότι ο Θεός είναι μαζί μου.
11 Στο Θεό που το λόγο του εξυμνώ·
στον Κύριο, που εξυμνώ το λόγο του,
12 σ’ αυτόν έλπισα, και δε φοβάμαι πια·
ο άνθρωπος τι μπορεί να μου κάνει;
13 Τα τάματα που σου ’κανα
θα τα εκπληρώσω, Θεέ·
σ’ εσένα θα προσφέρω
τις ευχαριστήριες θυσίες μου.
14 Εσύ λύτρωσες τη ζωή μου απ’ το θάνατο,
δεν άφησες τα πόδια μου
στο λάκκο να γλιστρήσουν·
για να μπορώ μπρος στο Θεό μου να πορεύομαι
μες στης ζωής το φως.
1 Ao mestre de canto. "Não destruas". Cântico de Davi, quando fugiu para a caverna, perseguido por Saul.
2 Tende piedade de mim, ó Deus, tende piedade de mim, porque a minha alma em vós procura o seu refúgio. Abrigo-me à sombra de vossas asas, até que a tormenta passe.
3 Clamo ao Deus Altíssimo, ao Deus que me cumula de benefícios.
4 Mande ele do céu auxílio que me salve, cubra de confusão meus perseguidores; envie-me Deus a sua graça e fidelidade.
5 Estou no meio de leões, que devoram os homens com avidez. Seus dentes são como lanças e flechas, suas línguas como espadas afiadas.
6 Elevai-vos, ó Deus, no mais alto do céu, e sobre toda a terra brilhe a vossa glória.
7 Ante meus pés armaram rede; fizeram-me perder a coragem; cavaram uma fossa diante de mim; caiam nela eles mesmos.
8 Meu coração está firme, ó Deus, meu coração está firme; vou cantar e salmodiar.
9 Desperta-te, ó minha alma; despertai, harpa e cítara! Quero acordar a aurora.
10 Entre os povos, Senhor, vos louvarei; eu vos salmodiarei entre as nações,
11 porque aos céus se eleva a vossa misericórdia, e até as nuvens a vossa fidelidade.
12 Elevai-vos, ó Deus, nas alturas do céu, e brilhe a vossa glória sobre a terra inteira.