Ως πότε, Κύριε;
1 Στον πρωτοψάλτη. Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Ως πότε, Κύριε,
θα μ’ έχεις αποξεχασμένον;
ως πότε θα ’σαι αδιάφορος για μένα;
3 Ως πότε θα ’χω έγνοιες στην ψυχή μου,
θλίψεις μες στην καρδιά μου καθημερνά;
ως πότε θα θριαμβεύει ο εχθρός μου εναντίον μου;
4 Ρίξε το βλέμμα σου σ’ εμένα κι αποκρίσου μου,
Κύριε και Θεέ μου, κραταίωσέ με
για να μην αποκοιμηθώ
τον ύπνο του θανάτου,
5 για να μην πουν οι εχθροί μου,
«τον νικήσαμε»,
κι οι αντίπαλοί μου
χαρούνε που κλονίστηκα.
6 Αλλά εγώ στην ευσπλαχνία σου εμπιστεύομαι·
για τη βοήθειά σου θ’ αγάλλεται η καρδιά μου·
θα υμνολογώ τον Κύριο
για όσα μου ’χει κάνει.
1 Ao mestre de canto. De Davi. Diz o insensato em seu coração: "Não há Deus". Corromperam-se os homens, sua coduta é abominável, não há um só que faça o bem.
2 O Senhor, do alto do céu, observa os filhos dos homens, para ver se, acaso, existe alguém sensato que busque a Deus.
3 Mas todos eles se extraviaram e se perverteram; não há mais ninguém que faça o bem, nem um, nem mesmo um só.
4 Não se emendarão esses obreiros do mal, que devoram meu povo como quem come pão? Eles que não invocam o Senhor?
5 Mas irão tremer de pavor, porque Deus está com a raça dos justos;
6 pretendeis frustrar os planos do humilde, mas o Senhor é seu refúgio.
7 Ah, que venha de Sião a salvação de Israel! Quando o Senhor tiver mudado a sorte de seu povo, Jacó exultará e Israel se alegrará.