Χαρά του ανθρώπου που ο Θεός τον λύτρωσε απ’ το θάνατο
1 ΜικτάμΜικτάμ. Ασαφής όρος. Είδος ψαλμού. του Δαβίδ.
Προστάτεψέ με, Θεέ, γιατί σ’ εσένα καταφεύγω.
2,3 Είπα στον Κύριο:
«Εσύ ’σαι ο Κύριός μου.
Ό,τι καλό έχω δεν προέρχεται
παρά από σένα».Είπα... από σένα. Άλλη πιθανή ανάγνωση: Είπα στον Κύριο: «Εσύ ’σαι ο Κύριός μου. Άλλος καλύτερος δεν είναι από σένα». Κι είπα γι’ αυτής της χώρας τις θεότητες και για τους δυνατούς, που θαύμαζα πολύ:
4 Τα βάσανα ας πληθαίνουν αυτών που ακολουθούν ξένους θεούς·
εγώ δεν θα προσφέρω τις αιματηρές σπονδές τους·
και δε θα ψιθυρίσουν τα χείλη μου τα ονόματά τους.
5 Κύριε, μου δίνεις το μερίδιό μου
σ’ ό,τι έχω ανάγκη για να ζήσω,
κρατάς το μέλλον μου στα χέρια σου.
6 Στο μοίρασμα μου πέσανε περιοχές ωραίες·
κι ο κλήρος μου μ’ ευχαριστεί.
7 Τον Κύριο που με νουθετεί, τον ευλογώ,
κι οι σκέψεις μου τις νύχτες με διδάσκουν.
8 Τον Κύριο έβαλα για πάντοτε μπροστά μου,
στα δεξιά μου,στα δεξιά μου. Στη βιβλική αντίληψη η δεξιά εθεωρείτο η πλευρά της εύνοιας. Ο υπερασπιστής στεκόταν στα δεξιά του κατηγορουμένου.
για να μην ταλαντεύομαι.
9 Γι’ αυτό και χαίρεται η καρδιά μου,
ευφραίνεται η ατίμητη ύπαρξή μου
και με ασφάλεια αναπαύεται το σώμα μου.
10 Στον άδη δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου,
ούτε ο γνήσιος πιστός σου
θ’ αφήσεις ν’ αντικρύσει τη φθορά.
11 Το δρόμο με μαθαίνεις της ζωής·
αμέτρητη χαρά είν’ η παρουσία σου,
απόλαυση, στα δεξιά σου, αιώνια!
1 Súplica de Davi. Ouvi, Senhor, uma causa justa! Atendei a meu clamor! Escutai minha prece, de lábios sem malícia.
2 Venha de vós o meu julgamento, e vossos olhos reconheçam que sou íntegro.
3 Podeis sondar meu coração, visitá-lo à noite, prová-lo pelo fogo, não encontrareis iniquidade em mim.
4 Minha boca não pecou, como costumam os homens; conforme as palavras dos vossos lábios, segui os caminhos da lei.
5 Meus passos se mantiveram firmes nas vossas sendas, meus pés não titubearam.
6 Eu vos invoco, pois me atendereis, Senhor; inclinai vossos ouvidos para mim, escutai minha voz.
7 Mostrai a vossa admirável misericórdia, vós que salvais dos adversários os que se acolhem à vossa direita.
8 Guardai-me como a pupila dos olhos, escondei-me à sombra de vossas asas,
9 longe dos pecadores, que me querem fazer violência. Meus inimigos me rodeiam com furor.
10 Seu coração endurecido se fecha à piedade; só têm na boca palavras arrogantes.
11 Eis que agora me cercam, espreitam para me prostrar por terra;
12 qual leão que se atira ávido sobre a presa, e como o leãozinho no seu covil.
13 Levantai-vos, Senhor, correi-lhe ao encontro, derrubai-o; com vossa espada livrai-me do pecador,
14 com vossa mão livrai-me dos homens, desses cuja única felicidade está nesta vida, que têm o ventre repleto de bens, cujos filhos vivem na abundância e deixam ainda aos seus filhos o que lhes sobra.
15 Mas eu, confiado na vossa justiça, contemplarei a vossa face; ao despertar, irei saciar-me com a visão de vosso ser.