Pular para o conteúdo
Publicidade

Ψαλμοι 55

AVM

Προσευχή ενός προδομένου

1 Στον πρωτοψάλτη· με λαούτα, μασχίλμασχίλ. Βλ. υποσ. εις Ψλ. 32:1. του Δαβίδ.

2 Πρόσεξε, Θεέ, την προσευχή μου·

μην αποφύγεις την παράκλησή μου.

3 Άκου με κι αποκρίσου μου!

Περιπλανιέται η σκέψη μου στη θλίψη μου έγνοιες γεμάτη,

4 απ’ τις κραυγές του εχθρού

κι από του μοχθηρού την καταπίεση.

Μου αποδίδουν ανομίες

και με κατηγορούν με οργή.

5 Σπαράζει μέσα μου η καρδιά μου·

κι ο φόβος του θανάτου έπεσε πάνω μου.

6 Φόβος και τρόμος με κατέχουν·

και ρίγος με διαπερνά.

7 Και σκέφτομαι: «Ποιος θα μου δώσει

φτερά σαν του περιστεριού;»

Τότε θα πέταγα να βρω την ησυχία μου.

8 Ναι, θα ’φευγα μακριά·

στην έρημο θα κατοικούσα.

(Διάψαλμα)

9 Με βιάση θα ’τρεχα να βρω ένα καταφύγιο

για την ανεμοθύελλα και για την καταιγίδα.

10 Μπέρδεψε, Κύριε,

και κομμάτιασε τη γλώσσα τους·

γιατί είδα τη βιαιότητα

και τη διχόνοια μες στην πόλη,

11 μερόνυχτα να τριγυρνούν

ψηλά πάνω στα τείχη της.

Μέσα της μόχθος κι ανομία·

12 μέσα της η διαφθορά.

Η βία κι η απάτη ποτέ δε λείπουν

από τις πλατείες της.

13 Δεν είν’ ένας εχθρός που με προσβάλλει·

αυτό θα το υπέφερα.

Δεν είν’ ένας αντίπαλος που θριαμβεύει εναντίον μου·

μπροστά του θα κρυβόμουν.

14 Αλλά είσ’ εσύ, άνθρωπος της σειράς μου,

ο έμπιστος κι ο φίλος μου.

15 Που μεταξύ μας φιλικά μιλούσαμε

κι αρμονικά βαδίζαμε

στον οίκο του Θεού.

16 Ας ήταν να τους βρει θανατικό αναπάντεχο

κι ας κατεβούνε ζωντανοί στον άδη·

γιατί η κακία βρίσκεται στα σπίτια τους

και μέσα τους.

17 Εγώ φωνάζω στο Θεό·

κι ο Κύριος θα με σώσει.

18 Βράδυ, πρωί και μεσημέρι

θρηνώ κι αναστενάζω·

κι αυτός ακούει τη φωνή μου.

19 Μ’ ελευθερώνει απ’ τις επιθέσεις των εχθρών μου

και ασφαλή με διατηρεί,

γιατί πολλοί θα ’ναι μαζί μου.

20 Ο Θεός θα μ’ ακούσει

και θα τους ταπεινώσει

–αυτός που προαιώνια κυβερνά–

γιατί μεταστροφή δεν έχουν

και δεν φοβούνται το Θεό.

21 Καθένας τους το χέρι του σηκώνει

ενάντια στους φίλους του·

τη συμφωνία του αθετεί.

22 Τα λόγια τους πιο μαλακά είναι κι απ’ το βούτυρο,

μα έχουν τον πόλεμο μες στην καρδιά τους·

είν’ οι κουβέντες τους κι απ’ το λάδι απαλότερες

κι ωστόσο είναι γυμνά σπαθιά.

23 «Άσε στον Κύριο τις έγνοιες σου

κι αυτός θα σε φροντίσει·

δε θα επιτρέψει στον αιώνα

να κλονιστεί ο ευσεβής».

24 Όμως εσύ, Θεέ,

εκείνους θα τους ρίξεις

στο λάκκο της καταστροφής.

Απατεώνες είναι και φονιάδες,

που δε θα ζήσουν ούτε τις μισές

από τις μέρες της ζωής τους.

Αλλά σ’ εσένα ελπίζω εγώ.

1 Ao mestre de canto. Conforme: "Muda pomba de longínquas terras". Cântico de Davi, quando vai para junto dos filisteus, em Get.

2 Tende piedade de mim, ó Deus, porque aos pés me pisam os homens; sem cessar eles me oprimem combatendo.

3 Meus inimigos continuamente me espezinham, são numerosos os que me fazem guerra.

4 Ó Altíssimo, quando o terror me assalta, é em vós que eu ponho a minha confiança.

5 É em Deus, cuja promessa eu proclamo, sim, é em Deus que eu ponho minha esperança; nada temo: que mal me pode fazer um ser de carne?

6 O dia inteiro eles me difamam, seus pensamentos todos são para o meu mal;

7 Reúnem-se, armam ciladas, observam meus passos, e odeiam a minha vida.

8 Tratai-os segundo a sua iniquidade. Ó meu Deus, em vossa cólera, prostrai esses povos.

9 Vós conheceis os caminhos do meu exílio, vós recolhestes minhas lágrimas em vosso cantil; não está tudo escrito em vosso livro?

10 Sempre que vos invocar, meus inimigos recuarão: bem sei que Deus está por mim.

11 É em Deus, cuja promessa eu proclamo,

12 é em Deus que eu ponho minha esperança; nada temo: que mal me pode fazer um ser de carne?

13 Os votos que fiz, ó Deus, devo cumpri-los; eu vos oferecerei um sacrifício de louvor,

14 porque da morte livrastes a minha vida, e da queda preservastes os meus pés, para que eu ande na presença de Deus, na luz dos vivos.

Estes versículos te tocaram? Ore agora!

+581 estão orando agora.

Junte-se à corrente de oração.

Veja também