Πολύ με καταπίεσαν, κι όμως...
1 Ωδή των αναβαθμών.
Πολύ με καταπίεσαν απ’ τη νεότητά μου
–ας το επαναλάβει τώρα ο Ισραήλ–
2 πολύ με καταπίεσαν απ’ τη νεότητά μου,
κι όμως δε με γονάτισαν.
3 Βαθιές ανοίξαν αυλακιές στη ράχη μου,
σαν να ’ταν γη που την οργώσαν γεωργοί.
4 Μα ο Κύριος είν’ αξιόπιστος· έκοψε τα δεσμά,
που μου ’χαν βάλει οι ασεβείς,
ώστε αναγκαστικά να τους δουλεύω.
5 Ας ντροπιαστούνε
κι ας στραφούνε πίσω
όλοι που τη Σιών εχθρεύονται.
6 Ας γίνουνε σαν το χορτάρι στη σκεπή,
που αποξεραίνεται πριν μεγαλώσει.
7 Δεν το μαζεύει αυτό κανένας θεριστής
κι ούτε κανείς το μεταφέρει σε δεμάτια.
8 Στους θεριστές δεν θα τους πούνε οι διαβάτες:
«Η ευλογία του Κυρίου μαζί σας·
σας ευλογούμε στου Κυρίου τ’ όνομα!»
1 Cântico das peregrinações. Do fundo do abismo, clamo a vós, Senhor;
2 Senhor, ouvi minha oração. Que vossos ouvidos estejam atentos à voz de minha súplica.
3 Se tiverdes em conta nossos pecados, Senhor, Senhor, quem poderá subsistir diante de vós?
4 Mas em vós se encontra o perdão dos pecados, para que, reverentes, vos sirvamos.
5 Ponho a minha esperança no Senhor. Minha alma tem confiança em sua palavra.
6 Minha alma espera pelo Senhor, mais ansiosa do que os vigias pela manhã.
7 Mais do que os vigias que aguardam a manhã, espere Israel pelo Senhor, porque junto ao Senhor se acha a misericórdia; encontra-se nele copiosa redenção.
8 E ele mesmo há de remir Israel de todas as suas iniquidades.