Από τα βάθη της απόγνωσης
1 Ωδή των αναβαθμών.
Από τα βάθη της ψυχής μου,
Κύριε, σου φωνάζω.
2 Άκουσε, Κύριε, τη φωνή μου,
δώσε την προσοχή σου
όταν σου δέομαι.
3 Αν εσύ, Κύριε, ανομίες παρατηρείς,
ποιος, Κύριε, θ’ αντέξει;
4 Αλλά εσύ δίνεις τη συγχώρηση,
για να ’σαι σεβαστός.
5 Στον Κύριο έλπισα,
έλπισε η ψυχή μου,
και προσδοκώ τους λόγους του.
6 Ψυχή μου, πρόσμενε τον Κύριο,
πιότερο απ’ ό,τι οι φύλακες προσμένουν την αυγή.
7 Έλπιζε, Ισραήλ, στον Κύριο,
γιατ’ είναι σπλαχνικός
και χίλιους τρόπους έχει αυτός να σε λυτρώνει.
8 Εκείνος θα λυτρώσει τον Ισραήλ
απ’ όλες του τις ανομίες.
1 Cântico das peregrinações. De Davi. Senhor, meu coração não se enche de orgulho, meu olhar não se levanta arrogante. Não procuro grandezas, nem coisas superiores a mim.
2 Ao contrário, mantenho em calma e sossego a minha alma, tal como uma criança no seio materno, assim está minha alma em mim mesmo.
3 Israel, põe tua esperança no Senhor, agora e para sempre.