Η απιστία του Ισραήλ και η πιστότητα του Θεού
1 Αλληλούια, αινείτε τον Κύριο!
Δοξολογείτε τον Κύριο,
γιατί είναι καλός
κι αιώνια διαρκεί η αγάπη του!
2 Ποιος μπορεί για τα θαυμαστά
τα έργα του Κυρίου να πει,
να κάνει ν’ ακουστούν όλα τα εγκώμια
που του πρέπουν;
3 Μακάριοι εκείνοι που τηρούν τις αποφάσεις του Θεού,
που ενεργούν πάντα με δικαιοσύνη!
4 Θυμήσου με κι εμένα, Κύριε,
μέσα στην εύνοια που δείχνεις στο λαό σου·
έλα σε βοήθειά μου όταν τους σώσεις.
5 Για ν’ απολαύσω την ευτυχία των εκλεκτών σου,
να χαίρομαι με τη χαρά του έθνους σου,
να συμμερίζομαι την καύχηση εκείνων που σου ανήκουν.
6 Αμαρτήσαμε, όπως οι πρόγονοί μας,
παρανομήσαμε και ασεβήσαμε.
7 Οι πρόγονοί μας στην Αίγυπτο
δεν κατανόησαν τα θαυμαστά τα έργα, του Κυρίου,
ξέχασαν τις πολλές ευεργεσίες του·
κι εξεγερθήκανε κοντά στη θάλασσα,
στη Θάλασσα την Ερυθρά.
8 Κι όμως αυτός τους έσωσε για την τιμή του ονόματός του·
ώστε η δύναμή του να φανερωθεί.
9 Την Ερυθρά Θάλασσα πρόσταξε
κι εκείνη στέγνωσε·
και τους οδήγησε ανάμεσα από τα νερά,
ωσάν στην έρημο να περπατούσαν.
10 Τους έσωσε από τα χέρια εκείνων που τους μάχονταν,
τους γλίτωσε απ’ την εξουσία των εχθρών τους.
11 Τα νερά σκέπασαν τους αντιπάλους τους·
δεν έμεινε απ’ αυτούς ούτ’ ένας.
12 Και τότε πίστεψαν στα λόγια του Θεού
και τον ύμνο του ψάλαν.
13 Μα δεν αργήσαν να ξεχάσουνε τα έργα του
και δεν περίμεναν το σχέδιό του να τελειώσει.
14 Τους έπιασε η πλεονεξία μες στην έρημο
και το Θεό προκάλεσαν μέσα στις ερημιές.
15 Αυτός τους έδωσε εκείνο που ζητούσαν
αλλά μαζί τούς έστειλε κακό θανατικό.
16 Μες στο στρατόπεδο ζηλοφθονήσαν το Μωυσή
και τον Ααρών, που ήταν στον Κύριο αφιερωμένος.
17 Τότε η γης εσχίστηκε και κατάπιε το Δαθάν
και σκέπασε του Αβιρώμ τους συνενόχους.
18 Φωτιά έπεσε πάνω στη φατρία τους,
και φλόγα τούς κατάκαψε τους ασεβείς.
19 Και φτιάξανε μοσχάρι στο Χωρήβ
και λάτρεψαν ένα κομμάτι μέταλλο.
20 Κι αντικατέστησαν τη δόξα του Θεού τους
με το ομοίωμα χορτοφάγου μοσχαριού.
21 Ξεχάσαν το Θεό, τον ελευθερωτή τους,
που είχε κάνει έργα μέγιστα στην Αίγυπτο,
22 έργα αξιοθαύμαστα στου Χαμ τη χώρα
και τρομερά σημεία στη Θάλασσα την Ερυθρά.
23 Κι όπως το είχε πει, θα τους αφάνιζε ο Θεός
αν δε στεκόταν ο Μωυσής, ο εκλεκτός του,
μπροστά του καθώς πρόμαχος,
για ν’ αποστρέψει την οργή του
ώστε να μην καταστραφούν.
24 Περιφρονήσανε τη χώρα των ονείρων τους
και δεν πιστέψανε το λόγο του Θεού.
25 Μες στις σκηνές τους διαμαρτύρονταν
και στου Κυρίου τη φωνή δεν υπακούσαν.
26 Τότε, το χέρι υψώνοντας αυτός ορκίστηκε
να πέσουνε στην έρημο νεκροί·
27 ανάμεσα σε ειδωλολάτρες
οι απόγονοί τους να πεθάνουνε
και μες στις χώρες να διασκορπιστούν.
28 Κατόπι στη λατρεία προσχώρησαν
του Βάαλ, στη Φεγώρ,
κι έφαγαν απ’ τις θυσίες που προσφέρθηκαν
σε θεούς νεκρούς.
29 Κι ερέθισαν τον Κύριο με τα έργα τους,
κι έπεσε πάνω τους θανατικό.
30 Αλλά σηκώθηκε ο Φινεές
και τους εξιλέωσε,
και το θανατικό πήρε έτσι τέλος.
31 Αυτό σαν πράξη δίκαιη του καταλογίστηκε
από τη μια γενιά στην άλλη και για πάντα.
32 Και στα νερά της Μεριβά εξόργισαν τον Κύριο
και κακό βρήκε το Μωυσή εξαιτίας τους.
33 Επειδή πίκραναν το Πνεύμα του
και δίχως σκέψη μίλησαν τα χείλη του.
34 Δεν εξοντώσαν τους λαούς,
όπως τους το ’χε ο Κύριος διατάξει.
35 Αλλά με τους ειδωλολάτρες αναμείχθηκαν
και μάθανε να ζουν καθώς εκείνοι.
36 Λατρεία στα είδωλά τους πρόσφεραν
που γίνανε γι’ αυτούς παγίδα.
37 Θυσίασαν στους δαίμονες
τους γιους τους και τις κόρες τους.
38 Και αίμα αθώο χύσανε
των αγοριών τους και των κοριτσιών τους,
που τα θυσίασαν στα είδωλα της Χαναάν·
και μιάνθηκε η χώρα με το αίμα τους.
39 Αμάρτησαν με τα έργα τους
και με τις πράξεις τους απίστησαν.
40 Κι άναψε του Κυρίου η οργή
ενάντια στο λαό του
και τους δικούς του τους αποστράφηκε.
41 Στην εξουσία τούς έδωσε των ειδωλολατρών
και δέσποσαν επάνω τους αυτοί που τους μισούσαν.
42 Τους καταπίεσαν οι εχθροί τους,
κι αυτοί υποτάχτηκαν στην εξουσία τους.
43 Πολλές φορές ο Κύριος τους απελευθέρωσε,
μα αυτοί στην ανταρσία τους με πείσμα μένανε
και μες στην ανομία τους βυθίζονταν.
44 Ωστόσο ο Κύριος είδε τη θλίψη τους,
όταν τους άκουγε να του φωνάζουν·
45 θυμήθηκε τη διαθήκη του για χάρη τους,
κι ως πολυεύσπλαχνος άλλαξε γνώμη.
46 Κι έκανε να τους σπλαχνιστούν
όλοι αυτοί που τους κρατούσαν αιχμαλώτους.
47 Σώσε μας, Κύριε, Θεέ μας,
συγκέντρωσέ μας μέσ’ απ’ τους ειδωλολάτρες
για να δοξολογούμε το άγιο σου το όνομα
και καύχημά μας να ’χουμε πως σε υμνούμε.
48 Ευλογητός ας είναι ο Κύριος,
ο Θεός του Ισραήλ,
από πάντα και για παντοτινά·
κι ας πει όλος ο λαός:
«Αμήν! Αλληλούια!»
1 Aleluia. Louvai o Senhor, porque ele é bom. Porque eterna é a sua misericórdia.
2 Assim o dizem aqueles que o Senhor resgatou, aqueles que ele livrou das mãos do opressor,
3 assim como os que congregou de todos os países, do oriente e do ocidente, do norte e do sul.
4 Erravam na solidão do deserto, sem encontrar caminho de cidade habitável.
5 Consumidos de fome e de sede, sentiam desfalecer-lhes a vida.
6 Em sua angústia clamaram então ao Senhor, ele os livrou de suas tribulações
7 e os conduziu pelo bom caminho, para chegarem a uma cidade habitável.
8 Agradeçam ao Senhor por sua bondade, e por suas grandes obras em favor dos homens,
9 porque dessedentou a garganta sequiosa, e cumulou de bens a que tinha fome.
10 Outros estavam nas trevas e na sombra da morte, prisioneiros na miséria e em ferros,
11 por se haverem revoltado contra as ordens de Deus e terem desprezado os desígnios do Altíssimo.
12 Pelo sofrimento lhes humilhara o coração, sucumbiam sem que ninguém os socorresse.
13 Em sua angústia clamaram então para o Senhor, e ele os livrou de suas tribulações.
14 Tirou-os das trevas e da sombra da morte, quebrou-lhes os grilhões.
15 Agradeçam ao Senhor por sua bondade, e por suas grandes obras em favor dos homens.
16 Ele arrombou as portas de bronze, e despedaçou os ferrolhos de ferro.
17 Outros, enfermos por causa de seu mau proceder, eram feridos por causa de seus pecados.
18 Todo alimento lhes causava náuseas, chegaram às portas da morte.
19 Em sua angústia clamaram então ao Senhor; ele os livrou de suas tribulações.
20 Enviou a sua palavra para curá-los, para os arrancar da morte.
21 Agradeçam ao Senhor por sua bondade, e por suas grandes obras em favor dos homens.
22 Ofereçam sacrifícios de ação de graças, e proclamem alegremente as suas obras.
23 Os que se fizeram ao mar, para trafegar nas muitas águas,
24 foram testemunhas das obras do Senhor e de suas maravilhas no alto-mar.
25 Sua palavra levantou tremendo vento, que impeliu para o alto as suas ondas.
26 Subiam até os céus, desciam aos abismos, suas almas definhavam em angústias.
27 Titubeavam e cambaleavam como ébrios, e toda a sua perícia se esvaiu.
28 Em sua agonia clamaram então ao Senhor, e ele os livrou da tribulação.
29 Transformou a tempestade em leve brisa, e as ondas do mar silenciaram.
30 E se alegraram porque elas amainaram, e os conduziu ao desejado porto.
31 Agradeçam eles ao Senhor por sua bondade, e por suas grandes obras em favor dos homens.
32 Celebrem-no na assembleia do povo, e o louvem no conselho dos anciãos.
33 Transformou rios em deserto, e fontes de água em terra árida.
34 Converteu o solo fértil em salinas, por causa da malícia de seus habitantes.
35 Mudou o deserto em lençol de água, e a terra árida em abundantes fontes.
36 Aí fez habitar os esfaimados, que fundaram uma cidade para morar.
37 E semearam os campos e plantaram vinhas, colhendo deles abundantes frutos.
38 E os abençoou: eles se multiplicaram grandemente, e lhes concedeu rebanhos numerosos.
39 Depois seu número se reduziu e caíram na miséria, sob a opressão, a desgraça e o sofrimento.
40 Mas aquele que lança seu desprezo sobre os grandes, e os faz errar por intransitáveis desertos,
41 [Deus] soergueu o pobre da miséria, multiplicando famílias como rebanhos.
42 À vista disso os justos se alegram, e toda a maldade deve fechar a boca.
43 Quem é sábio para julgar estas coisas e compreender as misericórdias do Senhor?