1 Senhor, por que estás tão longe?
Por que te escondes em tempos de angústia?
2 Na sua arrogância, o ímpio persegue o pobre;
que aquele, porém, seja apanhado em suas próprias tramas.
3 O ímpio se gaba da sua própria cobiça,
e o avarento amaldiçoa10.3 Hebraico: abençoa. Aqui empregado como eufemismo. e insulta o Senhor.
4 Na sua presunção, o ímpio não o busca;
não há lugar para Deus em nenhum dos seus planos.
5 Os seus caminhos prosperam sempre;
acima da compreensão dele estão as tuas ordenanças;10.5 Ou os teus julgamentos estão no alto, distantes dele.
ele faz pouco caso de todos os seus adversários.
6 Ele pensa consigo mesmo: "Nada me abalará!
Jamais alguém me fará dano".
7 A sua boca está cheia de maldições, mentiras e ameaças;
debaixo da língua guardam violência e maldade.
8 Fica à espreita perto dos povoados;
em emboscadas mata os inocentes,
procurando às escondidas as suas vítimas.
9 Fica à espreita como o leão no seu esconderijo;
fica à espreita para apanhar o necessitado;
apanha o necessitado e o arrasta na sua rede.
10 Agachado, fica de tocaia;
as suas vítimas caem em seu poder.
11 Pensa consigo mesmo: "Deus se esqueceu;
escondeu o rosto e nunca verá isto".
12 Levanta-te, Senhor!
Ergue a tua mão, ó Deus!
Não te esqueças dos necessitados.
13 Por que o ímpio insulta Deus,
dizendo no seu íntimo: "De nada me pedirás contas!"?
14 Mas tu vês, porque observas a dor e o sofrimento
para tomá-los nas tuas mãos.
A vítima entrega-se a ti;
tu és o auxílio do órfão.
15 Quebra o braço do ímpio e do perverso,
pede contas da sua impiedade
até que dela nada mais se ache.10.15 Ou impiedade; / do contrário, não será descoberta.
16 O Senhor é Rei para todo o sempre!
Da sua terra desaparecerão os outros povos.
17 Tu, Senhor, ouves o desejo dos necessitados;
tu os reanimas e atendes ao seu clamor.
18 Defendes o órfão e o oprimido,
a fim de que o homem, que veio da terra,
não volte a causar terror.
Οι ψαλμοί 9 και 10 είναι ενιαίο σύνολο, γι’ αυτό οι Εβδομήκοντα (Ο΄) τους ενοποιούν. Η διαφορετική αρίθμηση που προκύπτει τίθεται εντός παρενθέσεως, όπως συμβαίνει και με άλλους Ψαλμούς παρακάτω.Κύριε, γιατί στέκεσαι μακριά;
1 Κύριε, γιατί στέκεσαι μακριά;
Στους δύσκολους καιρούς απουσιάζεις.
2 Η πανουργία του ασεβή
συνθλίβει τον φτωχό
–στις πανουργίες που σκέφτηκαν
μέσα ας παγιδευτούνε.
3 Καυχήθηκε ο ασεβής
για της ψυχής του τις βουλές·
κι ο πλεονέκτης βλασφημεί,βλασφημεί. Το εβρ. έχει «ευλογεί», αλλά τίθεται ειρωνικά.
καταφρονεί τον Κύριο.
4 Στην έπαρσή του ο ασεβής
καταφρονεί τον Κύριο·
«διόλου δεν υπάρχει Θεός»
είν’ όλοι οι λογισμοί του.
5 Στον οποιοδήποτε καιρό
οι κόποι του αποδίδουν.
Είσαι τόσο μακριά,
δεν τον τρομάζει η κρίση σου,
χλευάζει τους εχθρούς του.
6 Σκέφτεται: «Δε θα κλονιστώ ποτέ·
καμιά δε θα μ’ αγγίξει δυστυχία».
7 Κατάρα γεμάτο είν’ το στόμα του,
και πανουργία και φοβέρα·
κάτω απ’ τη γλώσσα του
έχει την ανομία και την κακία.
8 Στήνει ενέδρα έξω απ’ τα χωριά
κρυφά να θανατώσει τον αθώο·
απ’ τη ματιά του δεν αφήνει τον αδύνατο.
9 Καραδοκεί κρυμμένος
όπως λιοντάρι στο λημέρι του·
καραδοκεί ν’ αρπάξει τον αδύνατο,
στο δίχτυ του τον σέρνει.
10 Λυγίζει, συσπειρώνεται,
τον ρίχνει κάτω·
μ’ όλη τη δύναμή του
πέφτει απάνω στους φτωχούς.
11 Σκέφτεται: «Ξεχνάει ο Θεός,
αδιαφορεί, δεν δίνει προσοχή».
12 Σήκω, Κύριε και Θεέ!
Δείξε τη δύναμή σου,
τους δύστυχους μην τους ξεχνάς.
13 Ο ασεβής γιατί αψηφάει το Θεό;
Σκέφτεται πως δεν του ζητάς το λόγο.
14 Είδες –γιατί εσύ ξέρεις–
τη δυστυχία και την εξαθλίωση·
θ’ ανταποδώσεις με τα έργα σου.
Σ’ εσένα ακουμπά ο φτωχός·
βοηθός στα ορφανά εσύ εστάθης.
15 Σύντριψε εσύ τη δύναμη
του αμαρτωλού και του κακού·
τιμώρησε την ανομία του
ώστε να μην υπάρχει.
16 Ο Κύριος είναι βασιλιάς
αιώνιος και παντοτινός·
θ’ αφανιστούν οι άπιστοι
από τη γη του.
17 Άκουσες, Κύριε, την επιθυμία των φτωχών,
κραταίωσες την καρδιά τους,
η προσοχή σου όλη γι’ αυτούς.
18 Θα δικαιώσεις ορφανά και καταπιεσμένους·
δε θα μπορέσει πια να τους τρομοκρατήσει
ο χωματένιος άνθρωπος.