De Davi.
1 Não se aborreça por causa dos homens maus
nem tenha inveja dos perversos;
2 pois como o capim logo secarão,
como a relva verde logo murcharão.
3 Confie no Senhor e faça o bem;
habite na terra e desfrute a fidelidade.37.3 Ou e mantenha-se fiel; ou ainda desfrute pastos seguros.
4 Deleite-se no Senhor,
e ele atenderá aos desejos do seu coração.
5 Entregue o seu caminho ao Senhor;
confie nele, e ele agirá.
6 Ele fará a sua justiça brilhar como a alvorada,
e a sua causa, como o sol do meio-dia.
7 Descanse no Senhor
e aguarde por ele com paciência;
não se aborreça quando outros obtêm sucesso em seus caminhos,
quando eles maquinam o mal.
8 Evite a ira e rejeite a fúria;
não se aborreça: isso só leva ao mal.
9 Pois os ímpios serão eliminados,
mas os que esperam no Senhor herdarão a terra.
10 Em pouco tempo os ímpios já não existirão;
por mais que você os procure, não serão encontrados.
11 Mas os humildes herdarão a terra
e desfrutarão pleno bem-estar.
12 Os ímpios tramam contra os justos
e rangem os dentes contra eles;
13 o Senhor, porém, ri dos ímpios,
pois sabe que o dia deles está chegando.
14 Os ímpios desembainham a espada e preparam o arco
para abater o necessitado e o pobre,
para matar os que andam na retidão.
15 Mas as espadas deles lhes atravessará o próprio coração,
e os seus arcos serão quebrados.
16 Melhor é o pouco do justo
do que a riqueza de muitos ímpios;
17 pois o braço forte dos ímpios será quebrado,
mas o Senhor sustém os justos.
18 O Senhor conhece os dias dos íntegros,
e a herança deles permanecerá para sempre.
19 Em tempos de adversidade não serão envergonhados;
em dias de fome terão fartura.
20 Os ímpios, contudo, perecerão;
os inimigos do Senhor murcharão como a beleza dos campos;
desvanecerão como fumaça.
21 Os ímpios tomam emprestado e não devolvem,
mas os justos dão com generosidade;
22 aqueles que o Senhor abençoa herdarão a terra,
mas os que ele amaldiçoa serão eliminados.
23 O Senhor firma os passos de um homem
quando a conduta deste lhe agrada;
24 ainda que tropece, não cairá,
pois o Senhor o sustenta pela mão.
25 Já fui jovem e agora sou velho,
mas nunca vi o justo desamparado
nem a sua descendência mendigar o pão.
26 Ele é sempre generoso e empresta com boa vontade;
a sua descendência será abençoada.
27 Desvie-se do mal e faça o bem,
e você terá sempre onde morar.
28 Pois o Senhor ama a justiça
e não abandonará os seus fiéis.
Para sempre serão protegidos,
mas a descendência dos ímpios será eliminada;
29 os justos herdarão a terra
e nela habitarão para sempre.
30 A boca do justo profere sabedoria,
e a sua língua fala conforme a justiça.
31 Ele traz no coração a lei do seu Deus;
nunca pisará em falso.
32 O ímpio fica à espreita do justo,
querendo matá-lo,
33 mas o Senhor não o deixará cair nas mãos do ímpio
nem permitirá que o condenem quando julgado.
34 Espere pelo Senhor
e ande no caminho dele.
Ele o exaltará, dando-lhe a terra por herança;
você verá quando os ímpios forem eliminados.
35 Vi um homem ímpio e cruel
florescendo como frondosa árvore nativa,
36 mas logo desapareceu e já não existia;
embora eu o procurasse, não pôde ser encontrado.
37 Considere o íntegro, observe o justo;
há futuro37.37 Ou haverá posteridade; também no versículo 38. para o homem de paz.
38 Mas todos os rebeldes serão destruídos;
não haverá futuro para os ímpios.
39 Do Senhor vem a salvação dos justos;
ele é a sua fortaleza na hora da adversidade.
40 O Senhor os ajuda e os livra;
ele os livra dos ímpios e os salva,
porque nele se refugiam.
Μην αγαναχτείς όταν θριαμβεύουν οι κακοί
1 Του Δαβίδ.
Μην αγανακτείς με τους κακούς·
μη ζηλεύεις όσους την ανομία πράττουν.
2 Γιατί καθώς η χλόη, γρήγορα μαραίνονται·
ξεραίνονται καθώς το τρυφερό χορτάρι.
3 Έλπιζε στον Κύριο και κάνε το καλό·
κατοίκησε στη χώρα
κι απόλαυσε τη σιγουριά.
4 Ζήτα την ευτυχία σου στον Κύριο
και θα σου δώσει
ό,τι η καρδιά σου λαχταρά.
5 Δώσε στον Κύριο τη ζωή σου·
έλπισε σ’ αυτόν
κι εκείνος θα φροντίσει.
6 Θα κάνει τη δικαιοσύνη σου να λάμψει σαν το φως
το δίκιο σου, σαν μέρα μεσημέρι.
7 Στον Κύριο σιωπηλά εγκαταλείψου
και έλπισε σ’ αυτόν.
Μην αγανακτείς για κείνον που στη ζωή του ευτυχεί·
για έναν άνθρωπο που κάνει ανομίες.
8 Ηρέμησε και πάψε τους θυμούς!
Μην εξανίστασαι· αυτό δε βγαίνει παρά σε κακό.
9 Γιατ’ οι κακοί θ’ αφανιστούν·
μα εκείνοι που στον Κύριο ελπίζουνε
τη χώρα θα την κατακτήσουν.
10 Σε λίγο δεν θα υπάρχει ασεβής·
και θα ζητάς τον τόπο του
μα δε θα τονε βρίσκεις.
11 Αλλά οι πράοι θα κατακτήσουνε τη χώρα
και θ’ απολαύσουν άφθονη ειρήνη.
12 Συνωμοτεί ο ασεβής σε βάρος του δικαίου·
τρίζει τα δόντια του
εναντίον του.
13 Ο Κύριος γελάει μαζί του γιατί ξέρει πως έρχεται
της τιμωρίας του η μέρα.
14 Οι ασεβείς σέρνουν σπαθιά, τεντώνουνε τα τόξα τους,
να ρίξουν κάτω τον φτωχό και τον αδύνατο·
να σφάξουνε αυτούς που ζούνε τίμια.
15 Μα το σπαθί τους στην καρδιά τους θά μπει·
θα τσακιστούν τα τόξα τους.
16 Καλύτερα τα λίγα του δικαίου,
παρά ο πολύς ο πλούτος των ασεβών.
17 Γιατί η δύναμη των ασεβών θα συντριφθεί,
ενώ ο Κύριος τους δίκαιους τους στηρίζει.
18 Γνωρίζει ο Κύριος τις μέρες των τελείων·
θα διαρκούν για πάντα τ’ αγαθά τους.
19 Δε θα ντροπιάζονται σε χρόνους δύσκολους·
και θα χορταίνουν τον καιρό της πείνας.
20 Αλλά οι κακοί θ’ αφανιστούν,
οι αντίθετοι στον Κύριο,
καθώς η ομορφιά του αγρού·
θα διαλυθούνε σαν καπνός
και θα χαθούν.
21 Δανείζεται ο ασεβής και πίσω δεν τα δίνει·
μα ο δίκαιος είν’ απλόχερος και δίνει.
22 Γιατί όσους ο Κύριος ευλογεί, αυτοί
κατέχουνε τη χώρα·
κι όσους εκείνος καταριέται
εξαφανίζονται απ’ αυτήν.
23 Ο Κύριος κάνει σταθερά τα βήματα του ανθρώπου
κι εγκρίνει την πορεία του.
24 Αν πέφτει,
στην πτώση του δε μένει,
γιατί ο Κύριος
απ’ το χέρι τον κρατάει.
25 Νιος ήμουνα και γέρασα
αλλά δεν είδα δίκαιο
εγκαταλειμμένο·
κι ούτε είδα τα παιδιά του
να ζητιανεύουν το ψωμί.
26 Καθημερινά δανείζει κι ελεεί·
και τα παιδιά του
είναι μια ευλογία.
27 Φύγε απ’ το κακό και κάνε το καλό,
και θα μείνεις παντοτινά στη χώρα.
28 Γιατί αγαπάει ο Κύριος το σωστό
και δεν εγκαταλείπει τους οσίους του,
τους προστατεύει αιώνια·
αλλ’ οι απόγονοι των ασεβών θα εξαφανιστούν.
29 Οι δίκαιοι θα κατακτήσουνε τη χώρα·
σ’ αυτήν θα κατοικούν για πάντα.
30 Του δίκαιου το στόμα σοφία ψιθυρίζει·
η γλώσσα του λέει το σωστό.
31 Ο νόμος του Θεού του μες στην καρδιά του·
τα βήματά του διόλου δε γλιστρούν.
32 Παραμονεύει ο ασεβής τον δίκαιο·
γυρεύει να τον θανατώσει.
33 Μα ο Κύριος στα χέρια του δεν του τον παραδίνει·
κι όταν δικάζεται δεν τον αφήνει
να καταδικαστεί.
34 Στον Κύριο έλπισε, το δρόμο του ακολούθησε·
θα σε υψώσει
τη χώρα να κατέχεις
και θα δεις τους ασεβείς να εξαφανίζονται.
35 Είδα τον ασεβή να καταχράται την εξουσία του,
να υψώνεται σαν κέδρος του Λιβάνου,να υψώνεται... Λιβάνου, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει «ριζωμένο, σαν δέντρο αυτοφυές που θάλλει».
ν’ απλώνεται καθώς αναρριχητικό φυτό.
36 Και πάλι πέρασαΚαι πάλι πέρασα, κατά τους Ο΄. Το εβρ. έχει: «αυτός πέρασε» ή «κάποιος πέρασε». και να που δεν υπήρχε·
τον αναζήτησα,
κι ούτε που βρέθηκε.
37 Κοίτα προσεκτικά τον τέλειο, δες τον ευθύ τον άνθρωπο:
Έχει απογόνους πάντοτε ο άνθρωπος της ειρήνης.
38 Αλλά οι αμαρτωλοί όλοι αντάμα θα χαθούν
κι οι απόγονοι των ασεβών
θα φύγουν απ’ τη μέση.
39 Η σωτηρία των δικαίων από τον Κύριο έρχεται·
η προστασία τους
στον καιρό της θλίψης.
40 Τους βοηθάει ο Κύριος και τους λυτρώνει·
τους λευτερώνει απ’ τους κακούς,
τους σώζει,
γιατί σ’ αυτόν κατέφυγαν.