Para o mestre de música. De acordo com a melodia "Morte do filho". Salmo de Davi.
1 Senhor, quero dar-te graças de todo o coração
e falar de todas as tuas maravilhas.
2 Em ti quero alegrar-me e exultar
e cantar louvores ao teu nome, ó Altíssimo.
3 Quando os meus inimigos retrocedem,
tropeçam e são destruídos na tua presença.
4 Pois defendeste o meu direito e a minha causa;
no teu trono te assentaste,
julgando com justiça.
5 Repreendeste as nações e destruíste os ímpios;
para todo o sempre apagaste o nome deles.
6 Os inimigos foram arrasados para sempre;
desarraigaste as suas cidades;
até mesmo a memória deles foi destruída.
7 Mas o Senhor reina para sempre;
estabeleceu o seu trono para julgar.
8 Ele mesmo julga o mundo com justiça;
governa os povos com retidão.
9 O Senhor é refúgio para os oprimidos,
sim, um refúgio em tempos de angústia.
10 Os que conhecem o teu nome confiam em ti,
pois tu, Senhor, jamais abandonas os que te buscam.
11 Cantem louvores ao Senhor, que reina em Sião;
proclamem entre as nações os seus feitos.
12 Pois aquele que pede contas do sangue derramado se lembra dos oprimidos;
não ignora o clamor deles.
13 Tem misericórdia de mim, Senhor!
Vê o sofrimento que me causam os que me odeiam.
Salva-me das portas da morte,
14 para que, às portas da Filha de Sião,
eu proclame todos os teus louvores
e ali exulte na tua salvação.
15 Caíram as nações na cova que abriram;
os seus pés ficaram presos no laço que esconderam.
16 O Senhor é conhecido pela justiça que executa;
os ímpios caem nas suas próprias armadilhas. Interlúdio.9.16 Hebraico: Higaion. Provavelmente uma indicação litúrgica ou musical.Pausa
17 Tornem os ímpios ao Sheol,9.17 Essa palavra também pode ser traduzida por profundezas ou morte.
todas as nações que se esquecem de Deus!
18 Mas os pobres nunca serão esquecidos,
nem perecerá a esperança dos necessitados.
19 Levanta-te, Senhor! Não permitas que os mortais triunfem!
Julgadas sejam as nações na tua presença.
20 Infunde-lhes terror, Senhor;
saibam as nações que não passam de simples mortais. Pausa
Ο Κύριος σωτήρας των φτωχών και των κατατρεγμένων
1 Στον πρωτοψάλτη, για μουθ-λαββέν.μουθ-λαββέν. Η ακριβής έννοια είναι άγνωστη. Εκ παραδόσεως έχει ερμηνευτεί ότι σημαίνει «ο θάνατος του παιδιού». Πιθανόν όμως να σημαίνει «για ψηλές φωνές αγοριών». Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Μ’ όλη μου, Κύριε, την καρδιά θα σε δοξολογήσω·
τα έργα σου τα θαυμαστά
όλα θα τα ιστορήσω.
3 Θα ευφρανθώ και θα χαρώ μ’ εσένα, Ύψιστε·
την ύπαρξή σου θ’ ανυμνήσω,
4 Οι εχθροί μου όλοι θα υποχωρήσουνε,
θα σκύψουν, θα εξαφανιστούν από μπροστά σου.
5 Το δίκιο μου και την υπόθεσή μου υποστήριξες,
όταν σε θρόνο κάθισες δίκαιου κριτή.
(Διάψαλμα)
6 Τους άλλους τους λαούς τους εξουθένωσες,
ξολόθρεψες τον ασεβή·
την ύπαρξή του για πάντα εξαφάνισες.
7 Η εξόντωση του εχθρού ολοκληρώθηκε,
τις πόλεις του ισοπέδωσες·
κανένας πια δεν τις θυμάται.
8 Ο Κύριος όμως μένει αιώνια·
το θρόνο του για κρίση ετοιμάζει.
9 Κι αυτός την οικουμένη θα την κρίνει δίκαια·
αμερόληπτα θα κρίνει τους λαούς.
10 Ο Κύριος είναι η προστασία του φτωχού,
στους δύσκολους καιρούς το καταφύγιο.
11 Κι όσοι την ύπαρξή σου ξέρουν,
σ’ εσένα ελπίζουν, Κύριε,
γιατί δεν εγκατέλειψες
αυτούς που σε ζητάνε.
12 Ψάλτε στον Κύριο, που μένει στη Σιών·
κηρύξτε στους λαούς τα θαυμαστά του έργα.
13 Επειδή τους θυμήθηκε,
όταν την αιματοχυσία τιμώρησε·
δεν ξέχασε των καταπιεσμένων την κραυγή.
14 Ελέησέ με, Κύριε·
δες την κατάντια όπου μ’ έφεραν οι εχθροί μου,
εσύ που με αποτραβάς
από τις πύλες του άδη,
15 για να ιστορήσω στης Ιερουσαλήμ τις πύλες
όλα τα έργα σου τα θαυμαστά.
Θ’ αναγαλλιάσω για τη σωτηρία
που εσύ μου δίνεις.
16 Τα έθνη πέσαν μες στο λάκκο που έσκαψαν·
μες στην κρυμμένη τους παγίδα
πιάστηκε το πόδι τους.
17 Ο Κύριος γνωρίζεται
από τη δίκαιη που κάνει κρίση·
και παγιδεύεται ο ασεβής
απ’ των χεριών του το έργο.
(Διάψαλμα)
18 Στον άδη θα επιστρέψουν οι ασεβείς·
τα έθνη αυτά που το Θεό ξεχνάνε.
19 Γιατί δε θα λησμονηθεί ποτέ ο φτωχός·
ποτέ δε χάνεται των δύστυχων η ελπίδα.
20 Σήκω, Κύριε!
Ας μην υπερισχύσει ο άνθρωπος·
και από σένα οι εθνικοί ας κριθούνε.
21 Δώσε τους φόβο, Κύριε!
Οι ειδωλολάτρες
ας νιώσουνε πως είναι άνθρωποι.
(Διάψαλμα)