Cântico de peregrinação. De Salomão.
1 Se o Senhor não for o construtor da casa,
inútil será o trabalho dos construtores.
Se o Senhor não vigiar a cidade,
inútil será a vigília da sentinela.
2 Inútil será para vocês levantar cedo e dormir tarde,
trabalhando arduamente por alimento.
Pois ele concede o sono
a quem ama.127.2 Ou Pois ele provê aos seus amados / enquanto dormem.
3 Os filhos são herança do Senhor,
e os frutos do ventre, uma recompensa.
4 Como flechas nas mãos do guerreiro
são os filhos nascidos na juventude.
5 Bem-aventurado o homem
que tem a sua aljava cheia deles!
Não será humilhado quando enfrentar
os seus inimigos no tribunal.
Αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει...
1 Ωδή των αναβαθμών. Του Σολομώντα.
Το σπίτι αν δεν το χτίσει ο Κύριος,
μάταια μοχθούν οι χτίστες του γι’ αυτό·
την πόλη ο Κύριος αν δεν τη φυλάξει,
μάταια ο φρουρός της αγρυπνά.
2 Σε τίποτα δεν ωφελεί
να σηκωνόσαστε αυγή,
να πέφτετε αργά για ύπνο,
και να τρώτε
με μόχθο κερδισμένο το ψωμί.
Ο Κύριος δίνει άλλο τόσο σ’ εκείνους που αγαπά,
ενώ αυτοί κοιμούνται.
3 Δέστε, δώρο απ’ τον Κύριο είναι τα παιδιά·
ανταμοιβή ο καρπός των σπλάχνων.
4 Οι ρωμαλέοι γιοι που αποκτά κανείς στα νιάτα του
είναι καθώς τα βέλη στα χέρια του πολεμιστή.
5 Ευτυχισμένος ο άνθρωπος
που ’ναι η φαρέτρα του μ’ αυτά γεμάτη·
δεν πρόκειται να ντροπιαστεί,
όταν με τους εχθρούς του αντιδικεί
στης πολιτείας την πύλη.