Para o mestre de música. Para Jedutum. Salmo de Davi.
1 Eu disse: "Vigiarei a minha conduta
e não pecarei em palavras;
porei mordaça na minha boca
enquanto os ímpios estiverem na minha presença".
2 Então, eu me silenciei resignado
e me calei a respeito do bem,
mas a minha angústia aumentou.
3 O meu coração ardia no peito;
enquanto eu meditava, o fogo aumentava;
então, comecei a dizer:
4 "Mostra-me, Senhor, o fim da minha vida
e o número dos meus dias,
para que eu saiba quão frágil sou.
5 Deste aos meus dias o comprimento de um palmo;
a duração da minha vida é nada diante de ti.
De fato, todo ser humano, por mais firme que esteja,
não passa de um sopro. Pausa
6 "Sim, anda para lá e para cá como uma sombra.
Em vão se agita, amontoando riqueza
sem saber quem ficará com ela.
7 "Mas agora, Senhor, que hei de esperar?
A minha esperança está em ti.
8 Livra-me de todas as minhas transgressões;
não faças de mim um objeto de zombaria dos tolos.
9 Estou calado! Não posso abrir a boca,
pois tu mesmo fizeste isso.
10 Afasta de mim o teu açoite;
fui vencido pelo golpe da tua mão.
11 Tu repreendes e disciplinas cada pessoa por causa do seu pecado;
como traça, destróis o que ele mais valoriza;
de fato, o ser humano não passa de um sopro. Pausa
12 "Ouve a minha oração, Senhor;
escuta o meu grito de socorro;
não sejas indiferente ao meu lamento.
Pois sou para ti um estrangeiro,
como foram todos os meus antepassados.
13 Desvia de mim os teus olhos para que eu volte a ter alegria,
antes que eu me vá e deixe de existir".
Δώσε μου ανάπαυλα, η ζωή είναι τόσο σύντομη...
1 Στον πρωτοψάλτη, τον Ιεδουθούν.Ιεδουθούν. Αρχιμουσικός της εποχής του Δαβίδ (βλ. Α΄ Χρ 25:1.3.6). Ψαλμός του Δαβίδ.
2 Είπα:
«Θα ’μαι προσεκτικός στο πώς πορεύομαι,
ώστε η γλώσσα μου να μη με κάνει κι αμαρτάνω·
θα βάλω φίμωτρο στο στόμα μου
όσο μπροστά μου θα ’ναι ο ασεβής».
3 Άφωνος έγινα, βουβός,
–ούτε καλό δεν έλεγα–
κι ο πόνος μου δυνάμωνε.
4 Γέμισε αγωνία η καρδιά μου·
καθώς συλλογιζόμουν
φούντωνε η αγωνία μου·
ωσότου λύθηκε η γλώσσα μου και είπα:
5 «Φανέρωσέ μου, Κύριε, το τέλος μου,
και πόσες θα ’ναι οι μέρες της ζωής μου·
ώστε να ξέρω πόσο είμαι φθαρτός».
6 Τι λίγο που έκανες να διαρκεί η ζωή μου!
Μπροστά σου η ύπαρξή μου ένα τίποτα·
κι αέρα φύσημα η στερεότητα του ανθρώπου.
(Διάψαλμα)
7 Και να, σαν τη σκιά ο άνθρωπος πορεύεται,
άνεμος είν’ ο πλούτος που σωρεύει,
χωρίς να ξέρει ποιος θα τον συνάξει.
8 Και τώρα τι προσμένω, Κύριε;
σ’ εσένα την ελπίδα μου στηρίζω.
9 Λύτρωσέ με απ’ όλες τις ανομίες μου·
στη χλεύη του ανόητου
μη μ’ αφήσεις.
10 Σώπασα· το στόμα δεν ανοίγω,
γιατί εσύ μ’ έφερες εδώ που βρίσκομαι.
11 Στρέψε μακριά από μένα τα πλήγματά σου·
κάτω απ’ το στιβαρό σου χέρι
εγώ αφανίστηκα.
12 Κολάζοντας την ανομία τον άνθρωπο παιδαγωγείς,
και κατατρώς όπως ο σκόρος
ό,τι έχει πιο πολύτιμο.
Πνοή τ’ ανέμου, αλήθεια, αυτό είναι ο κάθε άνθρωπος.
(Διάψαλμα)
13 Την προσευχή μου, Κύριε, άκουσε,
πρόσεξε την κραυγή μου·
στα δάκρυά μου μη σωπαίνεις,
γιατί είμαι μόνο ένας φιλοξενούμενός σου,
ξένος, χωρίς δικαιώματα,
σαν όλους τους προγόνους μου.
14 Άσε με απ’ το βλέμμα σου κι ευχάριστα θα νιώσω·
πριν φύγω και δεν υπάρχω πια.