Para o mestre de música. Salmo de Davi.
1 Ó Deus, a quem louvo,
não fiques calado,
2 pois homens ímpios e falsos
abriram a boca contra mim,
e com a língua mentirosa me difamam.
3 Eles me cercaram com palavras odiosas;
atacaram-me sem motivo.
4 Retribuem o meu amor com acusações,
mas eu permaneço em oração.
5 Retribuem-me o bem com o mal;
o meu amor, com ódio.
6 Designa um ímpio para ser o seu oponente;
que à sua direita esteja um acusador.
7 Seja declarado culpado no julgamento
e que até a sua oração seja considerada pecado.
8 Seja a sua vida curta
e que outro ocupe o seu ofício.
9 Fiquem órfãos os seus filhos,
e viúva, a sua esposa.
10 Vivam os seus filhos vagando como mendigos;
saiam rebuscando o pão longe de109.10 A Septuaginta traz e sejam expulsos de. sua casa em ruínas.
11 Que um credor se aposse de todos os seus bens,
e estranhos saqueiem o fruto do seu trabalho.
12 Que ninguém o trate com bondade
nem tenha misericórdia dos seus filhos órfãos.
13 Sejam exterminados os seus descendentes
e desapareçam os nomes deles na geração seguinte.
14 Que o Senhor se lembre
da iniquidade dos seus antepassados,
e não se apague o pecado da sua mãe.
15 Estejam os seus pecados sempre diante do Senhor,
e na terra ninguém jamais se lembre da sua família.
16 Pois ele jamais pensou em praticar um ato de bondade,
mas perseguiu o pobre até a morte,
o necessitado e o de coração desolado.
17 Ele gostava de amaldiçoar:
venha sobre ele a maldição!
Não tinha prazer em abençoar:
afaste-se dele a bênção!
18 Ele vestia a maldição feito roupa:
entre ela como água no seu corpo
e nos seus ossos como óleo.
19 Envolva-o como um manto
e aperte-o sempre como um cinto.
20 Assim retribua o Senhor aos meus acusadores,
aos que me caluniam.
21 Tu, porém, Soberano Senhor,
intervém em meu favor, por amor do teu nome.
Livra-me, pois é sublime o teu amor leal!
22 Sou pobre e necessitado;
no íntimo, o meu coração foi transpassado.
23 Vou definhando como a sombra vespertina;
para longe sou lançado como um gafanhoto.
24 De tanto jejuar, os meus joelhos fraquejam;
o meu corpo definha de magreza.
25 Sou objeto de zombaria para os meus acusadores;
logo que me veem, meneiam a cabeça.
26 Socorro, Senhor, meu Deus!
Salva-me pelo teu amor leal!
27 Que eles reconheçam que foi a tua mão,
que foste tu, Senhor, que o fizeste.
28 Eles podem amaldiçoar,
mas tu me abençoas.
Quando atacarem, serão humilhados,
mas o teu servo se alegrará.
29 Sejam os meus acusadores vestidos de desonra;
que a vergonha os cubra como um manto.
30 Em alta voz, darei muitas graças ao Senhor;
no meio da assembleia eu o louvarei,
31 pois ele se põe à direita do pobre
para salvá-lo daqueles que o condenam.
Επίκληση στο Θεό να επέμβει
1 Στον πρωτοψάλτη· ψαλμός του Δαβίδ.
Θεέ, που σ’ εξυμνώ,
μη μένεις σιωπηλός!
2 Γιατί, το στόμα του ασεβή
και του ύπουλου το στόμα
μιλάνε εναντίον μου·
με γλώσσα που λέει ψέματα μίλησαν για μένα.
3 Με λόγια μίσους με κυκλώνουνε
κι αναίτια με πολεμούν.
4 Ενώ εγώ τους αγαπώ,
αντιδικούν μαζί μου,
αλλά εγώ προσεύχομαι γι’ αυτούς.
5 Μου ανταποδίδουνε κακό για το καλό,
αντί για την αγάπη μίσος.
6 Λένε: «Ας τον καταγγείλουμε ως ασεβή
κι ας του ορίσουμε δολερό συνήγορο.
7 Ώστε όταν θα δικάζεται, ένοχος να βρεθεί
κι η προσευχή του να του λογιστεί αμαρτία.
8 Ας γίνουν λιγοστές οι μέρες του
κι άλλος ας πάρει το αξίωμά του.
9 Ας γίνουν τα παιδιά του ορφανά
κι η γυναίκα του χήρα.
10 Οι γιοι του ας πλανιούνται κι ας παρακαλούν,
ας ζητιανεύουνε μακριά
απ’ των σπιτιών τους τα ερείπια.
11 Ας απαιτήσει ο δανειστής
όλα τα υπάρχοντά του,
και ξένοι ας αρπάζουνε το μόχθο του.
12 Κανείς να μην του είναι στοργικός,
κανένας σπλαχνικός για τα ορφανά του.
13 Οι απόγονοί του να ξολοθρευτούν,
σε μια γενιά να σβήσει τ’ όνομά τους.
14 Ας τη θυμάται ο Κύριος
την ανομία των προγόνων του,
η αμαρτία της μάνας του ας μην εξαλειφτεί.
15 Να τα θυμάται όλ’ αυτά για πάντα ο Κύριος,
μα η θύμηση των ίδιων από τη γη να εξαλειφθεί.
16 Γιατί δε νοιάστηκε να δείξει έλεος,
τον δύστυχο κατάτρεξε και τον φτωχό,
τον ταλαιπωρημένο για να τον σκοτώσει.
17 Να καταριέται του άρεσε·
ας πέσει πάνω του η κατάρα.
Την ευλογία δεν την ήθελε·
ας φύγει μακριά απ’ αυτόν.
18 Ντύθηκε την κατάρακατάρα. Η κατάρα νοείται όπως εις Ψλ 7:4-6. όπως το ρούχο του·
ας μπει αυτή μέσα του σαν το νερό
και σαν το λάδι ας μείνει πάνω του.
19 Λοιπόν, ας μείνει πάνω του
καθώς η φορεσιά που πάντα τον σκεπάζει
κι όπως η ζώνη που πάντα του την περιζώνεται».
20 Μ’ αυτή την τιμωρία πλήρωσέ τους, Κύριε,
αυτούς που με κατηγορούν
και με συκοφαντούνε.
21 Εσύ, Κύριε, Θεέ, πράξε για μένα
όπως αυτό που είσαι σου επιβάλλει·
η καλοσύνη σου είναι τέλεια,
γλίτωσέ με.
22 Γιατί, εγώ είμαι φτωχός και πένητας,
και πληγωμένη είναι μέσα μου η καρδιά μου.
23 Σαν τη σκιά που αποτραβιέται, λίγο λίγο χάνομαι,
μ’ αποτινάξανε σαν να ’μουνα ακρίδα.
24 Τα γόνατά μου απ’ τη νηστεία τρέμουνε
και το κορμί μου απόμεινε ισχνό.
25 Κι εγώ τους έγινα περίγελως·
όταν με βλέπουνε κουνάνε το κεφάλι.
26 Βοήθησέ με, Κύριε, Θεέ μου,
με την πολλή σου αγάπη σώσε με.
27 Κι ας δουν σ’ αυτήν την πράξη σου τη δύναμή σου,
και πως δικό σου έργο είναι, Κύριε.
28 Κι αν καταριούνται αυτοί,
εσύ θα μ’ ευλογείς·
κι αν σηκωθούνε εναντίον μου,
θα καταντροπιαστούνε,
και θα χαρεί ο αφοσιωμένος σου.
29 Οι συκοφάντες μου ας ντυθούνε την ντροπή,
και την αισχύνη τους καθώς μανδύα
ας τη φορέσουν.
30 Τον Κύριο με τα λόγια μου
πολύ θα τον δοξολογώ,
και μες στο πλήθος ύμνους θα του ψάλλω.
31 Αυτός τον φτωχό τον παραστέκεται,
για να τον σώζει από κείνους
που τον καταδικάζουν.