De Davi.
1 Bendito seja o Senhor, a minha Rocha,
que treina as minhas mãos para a guerra
e os meus dedos para a batalha!
2 Ele é o meu aliado fiel, a minha fortaleza,
a minha torre segura e o meu libertador;
é o meu escudo, aquele em quem me refugio.
Ele subjuga os povos a mim.144.2 Conforme muitos manuscritos do Texto Massorético, os manuscritos do mar Morto, a Versão Siríaca e outras versões antigas. A maioria dos manuscritos do Texto Massorético traz o meu povo.
3 Senhor, que é o ser humano
para que te importes com ele,
ou o simples mortal
para que por ele te interesses?
4 Todo ser humano é como um sopro;
os seus dias são como sombra passageira.
5 Abre, Senhor, os teus céus e desce;
toca os montes para que fumeguem.
6 Envia relâmpagos e dispersa os inimigos;
atira as tuas flechas e confunde-os.
7 Das alturas, estende a mão e liberta-me;
salva-me da imensidão das águas,
das mãos desses estrangeiros,
8 cujos lábios são mentirosos
e cuja mão direita se ergue para jurar falsamente.
9 Cantarei uma nova canção a ti, ó Deus;
tocarei para ti a lira de dez cordas,
10 para aquele que dá vitória aos reis,
que livra o seu servo Davi da espada mortal.
11 Dá-me libertação;
salva-me das mãos dos estrangeiros,
cujos lábios são mentirosos
e cuja mão direita se ergue para jurar falsamente.
12 Que, na juventude,
os nossos filhos sejam como plantas viçosas;
que as nossas filhas sejam como colunas esculpidas
para ornar um palácio.
13 Que os nossos celeiros estejam cheios
das mais variadas provisões.
Que os nossos rebanhos se multipliquem aos milhares,
às dezenas de milhares nos nossos campos.
14 Que o nosso gado transporte cargas pesadas;144.14 Ou Que o nosso gado se farte de crias.
que não haja invasões nem exílios,
nem gritos de aflição nas nossas ruas.
15 Bem-aventurado o povo assim abençoado!
Bem-aventurado o povo cujo Deus é o Senhor!
Προσευχή του βασιλιά
1 Του Δαβίδ.
Ευλογημένος να ’σαι, Κύριε,
εσύ, ο βράχος μου·
τα χέρια μου γυμνάζεις
για τη μάχη,
τα δάχτυλά μου για τον πόλεμο.
2 Προστάτη μου κι οχύρωμά μου,
κάστρο μου κι ελευθερωτή μου,
ασπίδα μου, κοντά σου είμ’ ασφαλής·
σ’ εμένα τους λαούςλαούς, σύμφωνα με πολλά εβρ. χειρόγραφα και μερικές παλαιές μεταφράσεις (πρβλ. Ψλ 18:48). Το εβρ. έχει: «το λαό μου». θα υποτάξεις.
3 Κύριε, τι είν’ ο άνθρωπος
ώστε να τον φροντίζεις;
ο κάτοικος της γης
ώστε να νοιάζεσαι γι’ αυτόν;
4 Ο άνθρωπος μοιάζει με πνοή·
και σαν τη φευγαλέα σκιά
οι μέρες της ζωής του.
5 Κύριε, τα ουράνια σου χαμήλωσέ τα
και κατέβα·
άγγιξε τα βουνά
και θ’ αναδώσουνε καπνό.
6 Στείλε αστραπές
και τους εχθρούς μου σκόρπισε·
ρίξε τα βέλη σου
σύγχυση να τους φέρεις.
7 Στείλε τη δύναμή σου από ψηλά,
γλίτωσέ με και σώσε με
απ’ την πλημμύρα,
από την εξουσία των ξένων.
8 Που λέει το στόμα τους ψευτιές,
ακόμα κι όταν το δεξί τους χέρι
υψώνουνε για να ορκιστούν.
9 Για σένα, Θεέ, θα ψάλω
καινούρια ωδή.
Με άρπα δεκάχορδη
θα παίξω μουσική
για σένα,
10 που βοηθάς τους βασιλιάδες να νικούν
και που γλιτώνεις το Δαβίδ, το δούλο σου,
από κακή σπαθιά.
11 Γλίτωσέ με και σώσε με
από την εξουσία των ξένων,
που λέει το στόμα τους ψευτιές,
ακόμα κι όταν το δεξί τους χέρι
υψώνουνε για να ορκιστούν.
12 Ας είναι οι γιοι μας σαν νιοφυτεμένα δέντρα,
που από μικρά ολόισια ψηλώνουνε
χωρίς εμπόδια.
Ας είναι οι θυγατέρες μας ωραίες και γερές,
καθώς οι σκαλιστές κολόνες
οπού κοσμούν τ’ ανάκτορα.
13 Ας είν’ οι αποθήκες μας
γεμάτες αγαθά κάθε λογής·
και σε χιλιάδες και μυριάδες ας πληθαίνουν
τα πρόβατά μας στα βοσκοτόπια μας.
14 Ας είναι καρπερές οι αγελάδες μας,
χωρίς θανατικά κι αποβολές·
και θρηνωδίες ας μην ηχήσουν
στις πλατείες μας.
15 Μακάριος είν’ ο λαός
που του συμβαίνουν όλ’ αυτά!
Μακάριος είν’ ο λαός,
που ’χει τον Κύριο Θεό του!